Σε ένα μοντέρνο wine bar του Μανχάταν, ανάμεσα σε Βουργουνδίες, φυσικά κρασιά από το Λίγηρα και μικρές παραγωγές από την Καλιφόρνια, ένας σομελιέ γεμίζει ένα ποτήρι με ελληνική ρετσίνα. Κανείς δεν σηκώνει το φρύδι. Κανείς δεν χαμογελά συγκαταβατικά. Αντίθετα, οι θαμώνες τη δοκιμάζουν με την ίδια περιέργεια που θα έδειχναν για οποιαδήποτε άλλη ενδιαφέρουσα ετικέτα της λίστας.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, μια τέτοια εικόνα θα έμοιαζε απίθανη.
Για δεκαετίες, η ρετσίνα υπήρξε ίσως το πιο παρεξηγημένο κεφάλαιο του ελληνικού κρασιού. Συνδέθηκε με τη μαζική παραγωγή, με πρόχειρες εμφιαλώσεις και με μια εποχή όπου η ποσότητα είχε συχνά μεγαλύτερη σημασία από την ποιότητα. Την ίδια στιγμή, ο ελληνικός αμπελώνας εξελισσόταν, οι γηγενείς ποικιλίες κέρδιζαν έδαφος στις διεθνείς αγορές και οι Έλληνες παραγωγοί αποκτούσαν ολοένα και μεγαλύτερη αναγνώριση.
Η ρετσίνα έμοιαζε να έχει μείνει πίσω.
Σήμερα, όμως, συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Η κατηγορία περνά ίσως την πιο ενδιαφέρουσα περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της. Όχι επειδή έγινε ξαφνικά μόδα, αλλά επειδή μια νέα γενιά παραγωγών απέδειξε ότι πίσω από τα στερεότυπα υπήρχε πάντα ένα κρασί με ταυτότητα, ιστορία και δυνατότητες που παρέμεναν ανεκμετάλλευτες.
Πριν φτάσουμε, όμως, στη Νέα Υόρκη, αξίζει μια σύντομη επιστροφή στα βασικά.
Η ρετσίνα δεν είναι κάποιο οινολογικό τέχνασμα ούτε μια πρόσφατη εφεύρεση. Πρόκειται για μια πρακτική που έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα και εξελίχθηκε μαζί με την ελληνική οινοποιία. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της προκύπτει από την προσθήκη φυσικής ρητίνης πεύκου κατά την οινοποίηση, δημιουργώντας ένα αρωματικό προφίλ που δύσκολα συγχέεται με οποιοδήποτε άλλο κρασί στον κόσμο.
Ιστορικά, οι ποικιλίες που συνδέθηκαν περισσότερο με τη ρετσίνα είναι το Σαββατιανό και ο Ροδίτης. Σήμερα, όμως, οι παραγωγοί πειραματίζονται με πολύ μεγαλύτερη ελευθερία, αξιοποιώντας και άλλες ποικιλίες, διευρύνοντας τα όρια της κατηγορίας.
Υπάρχει και μια λεπτομέρεια που συχνά παραβλέπεται. Η «Ρετσίνα» αποτελεί προστατευόμενη παραδοσιακή ένδειξη της Ελλάδας. Δεν πρόκειται απλώς για ένα στυλ οινοποίησης, αλλά για μια κατηγορία άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική οινική παράδοση.
Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η ίδια η ρητίνη. Ήταν η εκτέλεση.
Η μαζική παραγωγή προηγούμενων δεκαετιών γέννησε κρασιά χωρίς ιδιαίτερη φινέτσα, μετατρέποντας τη ρετσίνα σε συνώνυμο ενός φθηνού καθημερινού κρασιού. Ένα στερεότυπο που αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό, ακόμη και όταν η πραγματικότητα είχε αρχίσει να αλλάζει.
Η μεγάλη επιστροφή
Τα τελευταία χρόνια, μια νέα γενιά οινοποιών επαναπροσδιορίζει τη ρετσίνα από την αρχή. Κάποιοι ακολουθούν βιολογικές ή βιοδυναμικές πρακτικές, άλλοι επιλέγουν ήπιες παρεμβάσεις στο οινοποιείο και αρκετοί πειραματίζονται με νέες ποικιλίες και διαφορετικές προσεγγίσεις.
Το αποτέλεσμα δεν είναι μια ακόμη οινική τάση που θα ξεχαστεί σε λίγα χρόνια. Είναι μια ουσιαστική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κατηγορία.
Η πιο σημαντική αλλαγή είναι ότι η συζήτηση έχει μετατοπιστεί. Η ερώτηση δεν είναι πλέον αν η ρετσίνα αξίζει μια θέση στο τραπέζι. Η ερώτηση είναι ποιος την παράγει, από ποια ποικιλία, από ποιον αμπελώνα και με ποια φιλοσοφία.
Με άλλα λόγια, αντιμετωπίζεται όπως κάθε σοβαρό κρασί.
Όταν η Νέα Υόρκη αρχίζει να την παίρνει στα σοβαρά
Η αμερικανική αγορά δεν φημίζεται για τη διάθεσή της να κάνει χάρες. Για να βρεθεί ένα κρασί στις λίστες εστιατορίων, στις βιτρίνες εξειδικευμένων καβών και στα ποτήρια ενός απαιτητικού κοινού, χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια καλή ιστορία.
Χαρακτηριστική είναι η παρουσία εταιρειών όπως η Eklektikon, η οποία από το 2011 προωθεί επιλεγμένα ελληνικά κρασιά στις Ηνωμένες Πολιτείες και σήμερα δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 25 πολιτείες. Πρόκειται για μία μόνο ένδειξη μιας ευρύτερης πραγματικότητας: το ελληνικό κρασί έχει αποκτήσει πλέον θέση σε μία από τις πιο ανταγωνιστικές αγορές του κόσμου.
Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η ρετσίνα έχει αρχίσει να γράφει το δικό της κεφάλαιο.
Η αλλαγή δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε από τη διεθνή οινική κοινότητα. Ο Eric Asimov των New York Times έχει συμβάλει καθοριστικά στην ανάδειξη του σύγχρονου ελληνικού κρασιού και έχει αναφερθεί θετικά στην ποιοτική εξέλιξη της κατηγορίας. Μεταξύ των ετικετών που έχουν συνδεθεί με αυτή τη νέα εικόνα βρίσκεται και η Ritinitis Nobilis της Γαίας, ένα κρασί που για πολλούς λειτουργεί ως σημείο αναφοράς στη σύγχρονη συζήτηση γύρω από τη ρετσίνα.
Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι αν η Νέα Υόρκη εγκρίνει τη ρετσίνα. Είναι ότι η ρετσίνα έχει πλέον κερδίσει το δικαίωμα να συμμετέχει ισότιμα στη διεθνή συζήτηση γύρω από το ποιοτικό κρασί.
Οι ετικέτες που δείχνουν τον δρόμο
Αν θέλει κανείς να καταλάβει πού βρίσκεται σήμερα η κατηγορία, αρκεί να δοκιμάσει μερικές από τις ετικέτες που πρωταγωνιστούν στη σύγχρονη αναγέννησή της.
Η Kamara Pure Retsina του Κτήματος Κιοσσέ αποδεικνύει πόσο αρμονικά μπορεί να συνυπάρξει η παράδοση με τη λογική του low intervention. Η Garalis Retsina από τη Λήμνο ανατρέπει σχεδόν κάθε στερεότυπο γύρω από το αρωματικό προφίλ της κατηγορίας, ενώ η Garalis Retsina of Lemnos Rosé φωτίζει μια λιγότερο αναμενόμενη πλευρά της.
Για όσους αναζητούν πιο αντισυμβατικές εκφράσεις, η Georgas Family Retsina Black Label κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, ενώ η Gaia Ritinitis Nobilis παραμένει μία από τις ετικέτες που συνέβαλαν καθοριστικά στην αλλαγή της εικόνας της ρετσίνας τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Πέντε ετικέτες για να βάλεις στο ραντάρ σου
- Kamara Pure Retsina (Κτήμα Κιοσσέ)
- Garalis Retsina
- Garalis Retsina of Lemnos Rosé
- Georgas Family Retsina Black Label
- Gaia Ritinitis Nobilis
Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα καθαρό ποτήρι
Αν η τελευταία σου επαφή με τη ρετσίνα ανήκει σε μια άλλη εποχή, ίσως αξίζει να της δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία.
Δοκίμασέ τη καλά δροσερή. Δώσε προσοχή στην ποικιλία, στον παραγωγό και στον χαρακτήρα κάθε εμφιάλωσης. Κυρίως, όμως, βάλε τη δίπλα στο φαγητό. Θαλασσινά, τηγανητοί μεζέδες, λαδερά, πιάτα με οξύτητα ή αλμύρα αποκαλύπτουν μια πλευρά της που δύσκολα γίνεται αντιληπτή όταν πίνεται μόνη της.
Εκεί βρίσκεται και το μεγαλύτερο μυστικό της.
Η σύγχρονη ρετσίνα δεν ζητά συγχώρεση για το παρελθόν της ούτε προσπαθεί να το διαγράψει. Ζητά απλώς να κριθεί με βάση αυτό που είναι σήμερα: ένα κρασί με ιστορία χιλιάδων ετών, ξεκάθαρη ταυτότητα και μια θέση που κερδίζει ξανά, αυτή τη φορά με τους δικούς της όρους.