Για όσους μεγάλωσαν με Game Boy, Mega Drive και PlayStation, οι παλιές κονσόλες δεν είναι πλέον απλώς αντικείμενα από μια άλλη εποχή. Τα τελευταία χρόνια επιστρέφουν σε σπίτια, συλλογές και gaming setups, είτε ως αυθεντικό hardware είτε μέσα από σύγχρονες συσκευές που αναπαράγουν την εμπειρία των κλασικών συστημάτων.
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή ενός gamer όπου το καινούργιο παύει να είναι απαραίτητα και το πιο ενδιαφέρον.
Μπορεί να έχεις μια σύγχρονη κονσόλα, μια τηλεόραση 4K και έναν υπολογιστή που μπορεί να τρέξει σχεδόν οποιοδήποτε νέο παιχνίδι. Και παρ’ όλα αυτά, να ψάχνεις ένα Game Boy, ένα Mega Drive ή ένα παλιό PlayStation.
Η επιστροφή του retro gaming δεν περιορίζεται στους συλλέκτες. Η αγορά έχει πλέον αρκετές επιλογές για όσους θέλουν να ξαναπαίξουν παλιά παιχνίδια χωρίς να χρειαστεί να βρουν και να συντηρήσουν το αυθεντικό hardware. Υπάρχουν σύγχρονες φορητές συσκευές, mini consoles, emulation systems, remasters και προϊόντα που απευθύνονται ειδικά σε όσους θέλουν την αισθητική και την αίσθηση των παλιών μηχανημάτων.
Η τάση εντάσσεται σε μια ευρύτερη επιστροφή παλαιότερων τεχνολογιών. Το ενδιαφέρον για αναλογικές συσκευές, φυσικά formats και παλιό hardware δεν περιορίζεται πλέον στους ανθρώπους που τα έζησαν όταν κυκλοφόρησαν. Πρόσφατες αναφορές δείχνουν ότι το retro έχει γίνει κομμάτι μιας ευρύτερης κουλτούρας γύρω από παλιές τεχνολογίες και τη νοσταλγία για μια πιο απλή σχέση με τα αντικείμενα.
Για τους σημερινούς 30άρηδες, όμως, το gaming των ’90s έχει ένα επιπλέον πλεονέκτημα: είναι προσωπική μνήμη.
Ήταν το Game Boy που έμπαινε στην τσάντα για τις διακοπές. Το Mega Drive ή το SNES στο σαλόνι. Το PlayStation που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο έμοιαζαν τα videogames. Τα παιχνίδια που δανειζόσουν από φίλους, τα περιοδικά στα περίπτερα, οι συζητήσεις στο σχολείο για το επόμενο μεγάλο release.
Στην Ελλάδα υπήρχε και η εμπειρία των ηλεκτρονικών της γειτονιάς. Πριν από το online multiplayer και τις ψηφιακές βιβλιοθήκες, το gaming ήταν σε μεγάλο βαθμό μια δραστηριότητα που μοιραζόσουν με άλλους ανθρώπους στον ίδιο χώρο. Η ανάμνηση αυτή παραμένει σημαντικό κομμάτι της σχέσης αρκετών παικτών με το retro gaming.
Σήμερα, η διαφορά είναι ότι ο ίδιος άνθρωπος έχει πλέον τη δυνατότητα να αγοράσει όσα κάποτε απλώς κοιτούσε στη βιτρίνα.
Ένα αυθεντικό cartridge, μια παλιά κονσόλα σε καλή κατάσταση ή ένα custom arcade cabinet μπορεί να γίνει μέρος ενός χώρου gaming στο σπίτι. Το ίδιο και μια σύγχρονη retro handheld συσκευή, η οποία προσφέρει καλύτερη οθόνη, μπαταρία και εργονομία από εκείνη που είχε το αρχικό hardware.
Το Analogue Pocket είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για σύγχρονη φορητή κονσόλα σχεδιασμένη γύρω από FPGA hardware, όχι software emulation, και είναι συμβατή με περισσότερα από 2.780 cartridges Game Boy, Game Boy Color και Game Boy Advance, σύμφωνα με την ίδια την εταιρεία. Διαθέτει οθόνη 1600×1440 και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με dock για σύνδεση σε τηλεόραση.
Η ύπαρξη τέτοιων προϊόντων δείχνει και κάτι ακόμη: το retro gaming δεν χρειάζεται πλέον να σημαίνει «παλιό μηχάνημα».
Μπορεί να είναι ένα καινούργιο προϊόν που έχει σχεδιαστεί για να αναπαράγει όσο γίνεται πιστότερα μια παλιά εμπειρία.
Αυτό έχει σημασία επειδή η νοσταλγία από μόνη της δεν εξηγεί τα πάντα. Ένα παιχνίδι από το 1998 δεν γίνεται καλύτερο επειδή κάποιος το θυμάται από τα παιδικά του χρόνια. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο το χρησιμοποιεί σήμερα.
Ένα παλιό παιχνίδι μπορεί να ανοίξει γρήγορα, να έχει σαφείς κανόνες και να μη χρειάζεται να επενδύσεις δεκάδες ώρες μέχρι να καταλάβεις τι πρέπει να κάνεις. Δεν ισχύει βέβαια για όλα τα retro games — αρκετά ήταν δύσκολα, μεγάλα ή απαιτούσαν σημαντική επένδυση χρόνου. Όμως η απλότητα αρκετών κλασικών τίτλων αποτελεί σήμερα μέρος της γοητείας τους.
Υπάρχει επίσης η χαρά του φυσικού αντικειμένου.
Ένα cartridge, ένα κουτί παιχνιδιού, ένα χειριστήριο ή μια παλιά κονσόλα έχουν παρουσία μέσα στο σπίτι. Δεν είναι απλώς ένα αρχείο στη βιβλιοθήκη μιας ψηφιακής υπηρεσίας. Για τον συλλέκτη, το αντικείμενο είναι μέρος της εμπειρίας.
Γι’ αυτό και τα retro setups μπορούν να λειτουργήσουν διαφορετικά από ένα συνηθισμένο gaming station. Ένα μικρό arcade cabinet, μια CRT τηλεόραση ή μια σειρά από παλιές κονσόλες μπορούν να αποτελέσουν μέρος της διακόσμησης, όπως συμβαίνει με μια συλλογή δίσκων ή ένα καλό ηχοσύστημα. Η αναβίωση των CRT τηλεοράσεων από retro gamers είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αναζήτησης για αυθεντική εμπειρία, καθώς οι παλιές οθόνες εξακολουθούν να θεωρούνται από αρκετούς συλλέκτες ο καλύτερος τρόπος για συγκεκριμένες παλιές κονσόλες.
Για έναν άνδρα που μεγάλωσε στα ’90s, υπάρχει και κάτι πιο προσωπικό.
Δεν αγοράζει απαραίτητα το ίδιο παιχνίδι επειδή είναι ο καλύτερος τίτλος που έχει κυκλοφορήσει ποτέ. Μπορεί να το αγοράζει επειδή θυμάται πού το έπαιζε, με ποιον, σε ποια τηλεόραση ή σε ποια ηλικία ήταν όταν το πρωτοείδε.
Αυτό εξηγεί γιατί το retro gaming μπορεί να λειτουργεί τόσο καλά ως συλλεκτικό χόμπι. Η αξία ενός αντικειμένου δεν είναι μόνο τεχνική ή χρηματική. Έχει και ιστορία.
Το σημαντικό είναι ότι η επιστροφή αυτή δεν σημαίνει εγκατάλειψη του σύγχρονου gaming. Οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν το βράδυ να παίξουν ένα νέο AAA παιχνίδι και το επόμενο απόγευμα να βάλουν ένα cartridge σε μια παλιά κονσόλα. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της σημερινής retro κουλτούρας. Δεν πρόκειται ακριβώς για επιστροφή στο παρελθόν. Είναι ένας τρόπος να κρατήσεις ένα κομμάτι του μαζί σου, χρησιμοποιώντας πλέον τα χρήματα και τον χώρο που δεν είχες όταν ήσουν παιδί.
Τότε ήθελες την κονσόλα και δεν μπορούσες πάντα να την αποκτήσεις. Τώρα μπορείς. Και αυτό από μόνο του αρκεί για να εξηγήσει ένα μέρος της επιστροφής στα pixels.