Ποιητής, δημοσιογράφος, δανδής και ένας από τους πιο ιδιαίτερους ανθρώπους του ελληνικού Μεσοπολέμου. Ο Ρώμος Φιλύρας έδωσε στη δημόσια εικόνα του σχεδόν την ίδια προσοχή που έδωσε και στη γραφή του και συνέχισε να γράφει ακόμη και στα χρόνια του εγκλεισμού του στο Δρομοκαΐτειο.
Στην Αθήνα και τον Πειραιά των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, ο Ιωάννης Οικονομόπουλος επέλεξε να εμφανίζεται ως Ρώμος Φιλύρας. Δεν ήταν απλώς ένα λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Το όνομα, η εμφάνιση, η θεατρικότητα και η γραφή του συνδέθηκαν σε μια πολύ συγκεκριμένη δημόσια περσόνα, εκείνη του ποιητή που ήθελε να ξεχωρίζει πριν ακόμη ανοίξει το βιβλίο του.
Η εικόνα αυτή τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή. Δημοσιογράφος και ποιητής, άνθρωπος των εφημερίδων και της λογοτεχνικής Αθήνας, ο Φιλύρας έζησε την ακμή του Μεσοπολέμου και κατέληξε να περάσει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του στο Δρομοκαΐτειο. Εκεί συνέχισε να γράφει μέχρι τον θάνατό του, στις 9 Σεπτεμβρίου 1942.
Ο άνθρωπος πίσω από το όνομα
Ο Ρώμος Φιλύρας γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1888 στο Κιάτο Κορινθίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Οικονομόπουλος και σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο.
Η σχέση του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε πολύ νωρίς. Το 1901 δημοσίευσε τα πρώτα του κείμενα στη «Διάπλασι των Παίδων», ενώ το 1903 εμφανίστηκαν στον «Νουμά» τα πρώτα ποιήματά του με την υπογραφή Ρώμος Φιλύρας. Το 1907 συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού «Ηγησώ», μαζί με άλλους νέους λογοτέχνες.
Το ψευδώνυμο παρέμεινε σταθερό σε όλη τη μετέπειτα πορεία του. Ο Φιλύρας το έκανε μέρος της λογοτεχνικής του ταυτότητας, όπως έκανε και με τη θεατρικότητα που χαρακτήριζε τη δημόσια παρουσία του.
Παράλληλα, εργάστηκε ως δημοσιογράφος και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, γράφοντας μεταξύ άλλων χρονογραφήματα και κριτικές. Υπηρέτησε επίσης στον στρατό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους σε Μακεδονία και Ήπειρο. Το 1924 αποτάχθηκε και τρία χρόνια αργότερα εισήχθη στο Δρομοκαΐτειο.
Η κομψότητα ως προσωπική σκηνοθεσία
Ο Φιλύρας έχει μείνει στη φιλολογική μνήμη και ως δανδής. Η περιγραφή συνδέεται με τον τρόπο που παρουσιαζόταν και με την ιδιαίτερη σχέση του με τη θεατρικότητα. Για την ακριβή εικόνα της εμφάνισής του, ωστόσο, οι διαθέσιμες πηγές δεν επιτρέπουν ασφαλείς γενικεύσεις.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού. Ο Φιλύρας αντιμετώπιζε τον τρόπο με τον οποίο εμφανιζόταν στους άλλους ως μέρος της δημιουργικής του ταυτότητας.
Το ψευδώνυμο, οι τίτλοι των βιβλίων του και η θεατρική διάσταση που διατρέχει το έργο του δείχνουν έναν συγγραφέα που δεν ήθελε να περνά απαρατήρητος. Το 1916, μάλιστα, εξέδωσε τον Θεατρίνο της ζωής. Ο τίτλος μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα με αυτή την πλευρά του.
Η κομψότητα, λοιπόν, στον Φιλύρα έχει περισσότερο να κάνει με την αυτοπαρουσίαση παρά με τα ρούχα. Ήταν ένας τρόπος να ορίσει ο ίδιος το πρόσωπο που θα έβλεπαν οι άλλοι.
Ο ποιητής του Μεσοπολέμου
Η ποίηση του Φιλύρα ξεκίνησε κοντά στην παράδοση του Παλαμά, αλλά σταδιακά πήρε διαφορετική κατεύθυνση. Η γραφή του κινήθηκε προς τον νεορομαντισμό και τον νεοσυμβολισμό, με έντονη παρουσία του λυρισμού, της ειρωνείας, του αυτοσαρκασμού και της εσωτερικότητας.
Στη λογοτεχνική ιστορία τοποθετείται ανάμεσα στους νεορομαντικούς ποιητές του Μεσοπολέμου, μαζί με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Κώστα Ουράνη και τον Κώστα Καρυωτάκη.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του, Ρόδα στον αφρό, κυκλοφόρησε το 1911. Ακολούθησαν οι Γυρισμοί το 1919, Οι ερχόμενες το 1920, η Κλεψύδρα το 1921, ο Πιερότος το 1922 και η Θυσία το 1923. Το 1916 είχε προηγηθεί Ο θεατρίνος της ζωής.
Ο Πιερότος είναι ένας από τους τίτλους που ταιριάζουν περισσότερο στην αισθητική του. Η φιγούρα του θεατρικού προσώπου, η μάσκα, η μελαγχολία και η αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική εικόνα και την εσωτερική κατάσταση επανέρχονται με διαφορετικούς τρόπους στη γραφή του.
Τα χρόνια στο Δρομοκαΐτειο
Το 1927, σε ηλικία 39 ετών, ο Φιλύρας εισήχθη στο Δρομοκαΐτειο. Δεν θα έφευγε ποτέ από εκεί. Πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 1942, σε ηλικία 54 ετών, έχοντας περάσει περίπου δεκαπέντε χρόνια στο ίδρυμα.
Η ιστορία του έχει συχνά ενταχθεί στην αφήγηση του «καταραμένου ποιητή». Η συγκεκριμένη εικόνα είναι ελκυστική ως λογοτεχνικό σχήμα, αλλά αφήνει εκτός ένα βασικό στοιχείο: ο εγκλεισμός του ήταν μια πραγματική συνθήκη ζωής και όχι μέρος μιας ποιητικής περσόνας.
Ο Φιλύρας, πάντως, συνέχισε να γράφει.
Τον Ιούνιο του 1929 δημοσίευσε στην Καθημερινή, σε συνέχειες, το Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον. Το κείμενο καταγράφει τη ζωή του στο ίδρυμα και συνδυάζει την προσωπική μαρτυρία με τη λογοτεχνική επεξεργασία.
Το 1939 ο Αιμίλιος Χουρμούζιος επιμελήθηκε την έκδοση Ρώμος Φιλύρας – Άπαντα, Έμμετρα και πεζά, συγκεντρώνοντας μεγάλο μέρος του έως τότε δημοσιευμένου έργου του.
Τα χρόνια του εγκλεισμού δεν έβαλαν τέλος στη λογοτεχνική του παραγωγή. Ο Φιλύρας συνέχισε να γράφει ποιήματα και πεζά, αρκετά από τα οποία δημοσιεύθηκαν στον Τύπο της εποχής.
Γιατί αξίζει να τον θυμηθούμε τώρα
Ο Φιλύρας έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας μορφής που θα μπορούσε εύκολα να γίνει μύθος: ένα επινοημένο όνομα, έντονη προσωπικότητα, ποιητική φιλοδοξία, θεατρικότητα, ψυχική ασθένεια και δεκαπέντε χρόνια εγκλεισμού.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να διαβαστεί έξω από τον μύθο.
Η σημασία του δεν εξαντλείται στην προσωπική του ιστορία. Υπήρξε ενεργός δημοσιογράφος, εξέδωσε ποιητικές συλλογές, συμμετείχε στη λογοτεχνική ζωή της εποχής του και διαμόρφωσε μια ιδιαίτερη ποιητική φωνή μέσα στο κλίμα του Μεσοπολέμου.
Και υπάρχει μια πλευρά του που μοιάζει απρόσμενα σύγχρονη: η εμμονή με τον τρόπο που παρουσιάζουμε τον εαυτό μας.
Ο Φιλύρας το έκανε με ένα ψευδώνυμο, με τη θεατρικότητα της παρουσίας του και με τη γραφή του. Σήμερα οι τρόποι είναι διαφορετικοί, αλλά η ανάγκη να επιλέγουμε τι δείχνουμε στους άλλους παραμένει.
Στην περίπτωση του Φιλύρα, η εικόνα ήταν μόνο η αρχή. Αυτό που άντεξε περισσότερο από αυτήν ήταν η γραφή.
Ο Ρώμος Φιλύρας πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 1942 στο Δρομοκαΐτειο, μέσα στην Κατοχή. Είχε περάσει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του εκεί και είχε γράψει μέχρι το τέλος.
Ίσως αυτή να είναι η σωστή αφετηρία για να τον ξαναδιαβάσουμε: όχι ως «καταραμένο ποιητή», αλλά ως έναν δημιουργό που είχε το δικό του στιλ, τη δική του φωνή και μια ζωή αρκετά σύνθετη ώστε να μη χρειάζεται κανέναν μύθο για να αποκτήσει ενδιαφέρον.