Λίγες ημέρες πριν επιστρέψει στην Ελλάδα με τους Bad Seeds (24 Ιουνίου), ο Nick Cave βρίσκεται σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής του. Όχι επειδή κυκλοφόρησε ακόμη έναν εξαιρετικό δίσκο, αλλά επειδή κατάφερε κάτι πολύ δυσκολότερο: να μεγαλώσει ως καλλιτέχνης χωρίς να γίνει νοσταλγικός, να παραμείνει επικίνδυνος χωρίς να αναπαριστά τον παλιό του εαυτό και να μετατρέψει την προσωπική απώλεια σε μια σπάνια μορφή δημόσιας ενσυναίσθησης. Η διαδρομή του δεν είναι απλώς η ιστορία ενός μουσικού. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να μείνει αιχμάλωτος του ίδιου του μύθου του.
Από το σκοτάδι της Μελβούρνης στις μεγάλες σκηνές του κόσμου
Υπάρχουν καλλιτέχνες που μοιάζουν να γεννήθηκαν μέσα στη μουσική βιομηχανία. Ο Nick Cave δεν ανήκει σε αυτούς. Η πορεία του δεν υπήρξε ποτέ γραμμική ούτε σχεδιάστηκε με όρους καριέρας. Αντίθετα, είναι γεμάτη από απότομες μετατοπίσεις, δημιουργικές εκρήξεις και προσωπικές συγκρούσεις που διαμόρφωσαν έναν από τους πιο ιδιαίτερους δημιουργούς των τελευταίων πενήντα χρόνων.
Γεννημένος το 1957 στην αγροτική πόλη Γουάνγκαρατα της Βικτώριας, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η λογοτεχνία, η θρησκεία και η μουσική συνυπήρχαν σχεδόν φυσικά. Ο πατέρας του, καθηγητής Αγγλικών, τον έφερε από νωρίς σε επαφή με τον Σαίξπηρ, τον Μίλτον και τη Βίβλο· η μητέρα του, βιβλιοθηκονόμος, καλλιέργησε την αγάπη του για το διάβασμα. Αυτές οι επιρροές θα αποδεικνύονταν καθοριστικές. Οι στίχοι του Cave δεν θα στηρίζονταν ποτέ μόνο στον ρυθμό ή στη μελωδία· θα λειτουργούσαν ως λογοτεχνικά κείμενα με έντονη δραματουργική διάσταση.
Στα εφηβικά του χρόνια, όμως, η πραγματικότητα βρισκόταν πολύ μακριά από τη λογοτεχνική ησυχία. Η αυστραλιανή μεταπολεμική επαρχία δεν προσέφερε πολλές διεξόδους σε έναν νεαρό με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Η μουσική έγινε η πρώτη μορφή αντίδρασης απέναντι σε έναν κόσμο που έμοιαζε ασφυκτικά προβλέψιμος.
Οι Birthday Party και η αισθητική της σύγκρουσης
Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μαζί με συμμαθητές του από το σχολείο Caulfield Grammar, δημιούργησε τους Boys Next Door. Το συγκρότημα εξελίχθηκε γρήγορα στους Birthday Party, μία από τις πιο ακραίες και επιδραστικές μπάντες που γέννησε ποτέ η μεταπανκ σκηνή.
Η μουσική τους απέρριπτε κάθε έννοια συμβατικής δομής. Πανκ, μπλουζ, θόρυβος και θεατρικότητα συνυπήρχαν σε έναν εκρηκτικό συνδυασμό που συχνά έμοιαζε περισσότερο με τελετουργία παρά με συναυλία.
Ο Cave στεκόταν ήδη στο κέντρο της σκηνής σαν ένας παράξενος ευαγγελιστής της καταστροφής. Ψηλόλιγνος, ντυμένος στα μαύρα, με βλέμμα που εναλλασσόταν ανάμεσα στην ειρωνεία και την απειλή, δεν θύμιζε κανέναν από τους συνομηλίκους του. Η σκηνική του παρουσία αντλούσε εξίσου από τον Elvis Presley, τους παλιούς μπλουζίστες του αμερικανικού Νότου και το εξπρεσιονιστικό θέατρο.
Οι Birthday Party δεν έγιναν ποτέ εμπορικό φαινόμενο. Άφησαν όμως πίσω τους μια κληρονομιά δυσανάλογη του μεγέθους τους. Χωρίς αυτούς, δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί η εξέλιξη της σκοτεινής εναλλακτικής μουσικής από τη δεκαετία του ’80 και μετά.
Το Βερολίνο και η γέννηση των Bad Seeds
Η διάλυση των Birthday Party δεν σήμανε το τέλος μιας εποχής αλλά την αρχή μιας νέας.
Το 1983 ο Cave εγκαταστάθηκε στο Δυτικό Βερολίνο, μια πόλη που εκείνη την περίοδο λειτουργούσε ως καταφύγιο για καλλιτέχνες, μουσικούς και δημιουργούς που αναζητούσαν απόσταση από την εμπορική κανονικότητα της Δύσης. Στην πόλη του Τείχους συγκρότησε τους Bad Seeds, μια μπάντα που από την πρώτη στιγμή απέφυγε να λειτουργήσει ως κλασικό συνοδευτικό σχήμα.
Οι Bad Seeds εξελίχθηκαν σε δημιουργικό εργαστήριο. Κάθε νέο μέλος έφερνε διαφορετικές επιρροές: μπλουζ, gospel, free jazz, art rock, κλασική μουσική. Αντί να αναζητούν έναν ενιαίο ήχο, καλλιεργούσαν τη διαρκή μεταμόρφωση.
Το πρώτο τους άλμπουμ, From Her to Eternity (1984), αποκάλυψε αμέσως τη νέα κατεύθυνση. Η βία των Birthday Party δεν είχε εξαφανιστεί· είχε αποκτήσει δομή. Η ένταση δεν γεννιόταν πλέον μόνο από τον θόρυβο, αλλά από την αφήγηση.
Εκείνη τη στιγμή άρχισε να διαμορφώνεται ο Nick Cave που γνωρίζουμε σήμερα.
Οι ιστορίες έγιναν το πραγματικό του όργανο
Είναι εύκολο να χαρακτηρίσει κανείς τον Cave τραγουδοποιό. Είναι όμως ανεπαρκές.
Το σημαντικότερο εργαλείο του δεν υπήρξε ποτέ η φωνή ή το πιάνο. Ήταν η αφήγηση.
Από τα πρώτα κιόλας άλμπουμ των Bad Seeds, οι στίχοι του έμοιαζαν περισσότερο με μικρά διηγήματα παρά με συμβατικά τραγούδια. Οι ήρωές του ήταν δολοφόνοι, εραστές, ιεροκήρυκες, χαμένοι περιπλανώμενοι, άνθρωποι που κινούνταν διαρκώς στα όρια της λύτρωσης και της καταστροφής.
Η Βίβλος, η αμερικανική παράδοση των murder ballads, ο Φόκνερ, ο Μπλέικ, ο Λέοναρντ Κοέν και το μπλουζ συνυπήρχαν οργανικά μέσα στο ίδιο τραγούδι.
Δεν τον ενδιέφερε ποτέ ο ρεαλισμός. Τον ενδιέφερε η αλήθεια. Και γνώριζε ότι οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται πάντα.
Ένας δημιουργός που δεν έμεινε ποτέ μόνο στη μουσική
Σε αντίθεση με πολλούς συνομηλίκους του, ο Cave δεν αντιμετώπισε ποτέ τη μουσική ως αποκλειστική του ταυτότητα.
Έγραψε το μυθιστόρημα And the Ass Saw the Angel και αργότερα το The Death of Bunny Munro. Συνυπέγραψε κινηματογραφικά σενάρια, ανάμεσά τους το ιδιαίτερα επιτυχημένο The Proposition, ενώ μαζί με τον Warren Ellis διαμόρφωσε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα δημιουργικά δίδυμα στη σύγχρονη κινηματογραφική μουσική, υπογράφοντας τις μουσικές για ταινίες όπως The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford, The Road, Hell or High Water, Wind River και πολλές ακόμη.
Αυτή η διαρκής μετακίνηση ανάμεσα στη μουσική, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο εξηγεί γιατί το έργο του δύσκολα χωρά σε μία μόνο κατηγορία.
Δεν είναι απλώς ένας τραγουδοποιός που γράφει βιβλία. Είναι ένας αφηγητής που χρησιμοποιεί διαφορετικά μέσα για να υπηρετήσει την ίδια ανάγκη: να κατανοήσει την ανθρώπινη εμπειρία μέσα από τις ιστορίες.
Η στιγμή που άλλαξε το βλέμμα του
Υπάρχουν δημιουργοί που επαναλαμβάνουν διαρκώς το ίδιο έργο με διαφορετικά εξώφυλλα. Και υπάρχουν εκείνοι που επιτρέπουν στη ζωή να αλλάξει τη γραφή τους. Ο Nick Cave ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Για μεγάλο μέρος της καριέρας του υπήρξε ο απόλυτος αφηγητής του σκοταδιού. Οι εμμονές του ήταν γνωστές: η ενοχή, η βία, η πίστη, η σάρκα, η αμαρτία, η λύτρωση. Οι ήρωές του κινούνταν διαρκώς στα όρια του καλού και του κακού, σαν να γνώριζαν ότι ο άνθρωπος σπάνια κατοικεί αποκλειστικά στη μία πλευρά.
Η σκοτεινή αυτή μυθολογία, όμως, δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Ακόμη και στις πιο βίαιες αφηγήσεις του, ο Cave δεν ενδιαφερόταν για την πρόκληση. Αναζητούσε τις ρωγμές μέσα από τις οποίες μπορεί να φανεί κάτι βαθύτερο για την ανθρώπινη φύση.
Τα τελευταία χρόνια, αυτή η αναζήτηση άλλαξε τόνο. Όχι κατεύθυνση.
Σήμερα οι ίδιες μεγάλες θεματικές παραμένουν παρούσες, μόνο που η οργή έχει δώσει τη θέση της στην κατανόηση και η βεβαιότητα στην απορία. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη δημιουργική μεταμόρφωση της καριέρας του.
Η δημόσια συζήτηση που κανείς δεν περίμενε
Στην εποχή όπου οι περισσότεροι διάσημοι χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα ως μηχανισμό προβολής, ο Nick Cave δημιούργησε κάτι σχεδόν αναχρονιστικό.
Τα The Red Hand Files δεν είναι προσωπικό ημερολόγιο ούτε εργαλείο επικοινωνίας με τους θαυμαστές του. Είναι ένας δημόσιος διάλογος.
Άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου τού γράφουν για όσα δυσκολεύονται να συζητήσουν ακόμη και με τους πιο κοντινούς τους ανθρώπους: την απώλεια ενός παιδιού, την κατάθλιψη, την πίστη, τη μοναξιά, τον φόβο της γήρανσης, την ενοχή, την αγάπη.
Ο Cave απαντά χωρίς να υιοθετεί τη θέση του ειδικού. Δεν παραδίδει μαθήματα ζωής ούτε αναζητά τον ρόλο του γκουρού. Αντίθετα, γράφει σαν άνθρωπος που εξακολουθεί να αμφιβάλλει.
Αυτή ακριβώς η έλλειψη βεβαιότητας κάνει τα κείμενά του τόσο πειστικά.
Στη δημόσια σφαίρα του 21ου αιώνα, όπου όλοι φαίνεται να έχουν έτοιμες απαντήσεις για τα πάντα, ο Cave υπενθυμίζει την αξία της ειλικρινούς απορίας. Δεν προσπαθεί να κλείσει τις συζητήσεις. Τις ανοίγει.
Η ευαλωτότητα χωρίς επίδειξη
Η λέξη «ευαλωτότητα» έχει γίνει τα τελευταία χρόνια σχεδόν υποχρεωτική στο δημόσιο λεξιλόγιο. Συχνά, όμως, χρησιμοποιείται επιφανειακά, ως μια ακόμη μορφή προσωπικής έκθεσης.
Στην περίπτωση του Cave αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο.
Δεν μιλά για τον εαυτό του προκειμένου να συγκινήσει. Δεν χρησιμοποιεί τον πόνο ως αφήγημα ούτε μετατρέπει την προσωπική του ζωή σε δημόσιο θέαμα. Αντίθετα, αντιμετωπίζει την εμπειρία του ως αφορμή για να μιλήσει για κάτι συλλογικό.
Στα κείμενα και στις συνεντεύξεις του αποφεύγει τον δραματικό τόνο. Δεν αναζητά τη συμπόνια του αναγνώστη. Επιλέγει τη διαύγεια.
Ίσως γι’ αυτό οι σκέψεις του αγγίζουν ανθρώπους πολύ πέρα από το κοινό της μουσικής του. Δεν τους λέει πώς να ζήσουν. Τους θυμίζει ότι η αβεβαιότητα αποτελεί κοινή ανθρώπινη συνθήκη.
Από το Ghosteen στο Wild God
Ελάχιστοι καλλιτέχνες έχουν καταγράψει τόσο καθαρά την προσωπική τους εξέλιξη μέσα από τη δισκογραφία τους.
Το Skeleton Tree σηματοδότησε μια βαθιά εσωτερική μετατόπιση. Το Ghosteen κινήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στο πεδίο της πνευματικότητας, εγκαταλείποντας τη δραματική αφήγηση υπέρ μιας μουσικής που έμοιαζε να αιωρείται ανάμεσα στην απώλεια και την ελπίδα.
Το Wild God ολοκληρώνει, τουλάχιστον προς το παρόν, αυτή τη διαδρομή. Δεν πρόκειται για έναν αισιόδοξο δίσκο με τη συμβατική έννοια. Δεν υπόσχεται λύτρωση ούτε επιχειρεί να εξωραΐσει την πραγματικότητα. Αντίθετα, αποδέχεται ότι το σκοτάδι αποτελεί μόνιμο στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας. Εκείνο που αλλάζει είναι η στάση απέναντί του.
Οι συνθέσεις αποκτούν μεγαλύτερη αίσθηση χώρου. Οι χορωδίες και οι ενορχηστρώσεις λειτουργούν σχεδόν σαν ανάσα. Οι σιωπές έχουν την ίδια σημασία με τις κορυφώσεις.
Είναι ένας δίσκος που δεν κοιτάζει πίσω. Κοιτάζει μπροστά.
Η σχέση με τον Warren Ellis
Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που καθόρισε όσο κανείς άλλος τη δεύτερη δημιουργική περίοδο του Nick Cave, αυτός είναι ο Warren Ellis.
Η συνεργασία τους ξεπερνά εδώ και χρόνια τα όρια μιας κλασικής σχέσης τραγουδοποιού και μουσικού. Ο Ellis δεν λειτουργεί ως ενορχηστρωτής ούτε ως εκτελεστής των ιδεών του Cave. Συμμετέχει ενεργά στη γέννησή τους.
Η κοινή τους δουλειά στις μουσικές για τον κινηματογράφο επηρέασε βαθιά και τον ήχο των Bad Seeds. Οι συνθέσεις έγιναν πιο ατμοσφαιρικές, λιγότερο εξαρτημένες από τις παραδοσιακές δομές του ροκ, πιο κινηματογραφικές στην ανάπτυξή τους.
Ακούγοντας τους τελευταίους δίσκους της μπάντας, γίνεται σαφές ότι οι δύο δημιουργοί σκέφτονται πλέον με κοινή γλώσσα.
Η μουσική δεν υπηρετεί τους στίχους. Οι στίχοι δεν υπηρετούν τη μουσική. Τα δύο στοιχεία εξελίσσονται ταυτόχρονα.
Ένας καλλιτέχνης που δεν νοσταλγεί τον εαυτό του
Η ροκ μουσική έχει γεμίσει από καλλιτέχνες που αναπαράγουν την πιο επιτυχημένη εκδοχή του εαυτού τους. Ο χρόνος γίνεται εχθρός και η νοσταλγία μετατρέπεται σε επιχειρηματικό μοντέλο.
Ο Nick Cave ακολούθησε διαφορετικό δρόμο.
Δεν αρνήθηκε ποτέ το παρελθόν του, αλλά ούτε εγκλωβίστηκε σε αυτό. Δεν επιχείρησε να ξαναγράψει το The Mercy Seat, ούτε να αναστήσει τη βία των Birthday Party. Προτίμησε να ρισκάρει την απογοήτευση ενός μέρους του κοινού του παρά να επαναλάβει τον εαυτό του.
Αυτό είναι ίσως το πιο σπάνιο χαρακτηριστικό της πορείας του. Εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κάθε νέο έργο σαν να διακυβεύεται κάτι πραγματικό. Και όσο περνούν τα χρόνια, αυτή η στάση μοιάζει ολοένα και πιο πολύτιμη.
Η σκηνή ως τόπος συνάντησης
Υπάρχουν συναυλίες που λειτουργούν ως αναπαραγωγή ενός άλμπουμ, άλλες ως επίδειξη τεχνικής αρτιότητας και άλλες ως ένα καλά οργανωμένο θέαμα. Οι εμφανίσεις του Nick Cave ανήκουν σε μια διαφορετική κατηγορία. Δεν βασίζονται στην εντύπωση, αλλά στην παρουσία.
Όποιος τον έχει δει ζωντανά γνωρίζει ότι η συναυλία αρχίζει πολύ πριν ακουστεί η πρώτη νότα. Ο Cave περπατά προς το πιάνο ή το μικρόφωνο με την αίσθηση ανθρώπου που γνωρίζει ακριβώς γιατί βρίσκεται εκεί. Δεν υποδύεται τον εαυτό του. Δεν αναπαράγει τον μύθο του. Δεν κυνηγά την αδρεναλίνη των πρώτων χρόνων.
Αναζητά κάτι πολύ πιο δύσκολο: την απόλυτη συγκέντρωση.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της σημερινής του παρουσίας. Έχει καταφέρει να μετατρέψει μια συναυλία χιλιάδων ανθρώπων σε εμπειρία που δίνει την ψευδαίσθηση της προσωπικής συνομιλίας.
Οι Bad Seeds δεν συνοδεύουν αλλά συνδιαμορφώνουν
Θα ήταν άδικο να αντιμετωπίσει κανείς τους Bad Seeds ως την μπάντα που συνοδεύει έναν μεγάλο frontman. Η σχέση τους έχει προ πολλού ξεπεράσει αυτό το σχήμα.
Ύστερα από τέσσερις δεκαετίες κοινής διαδρομής, λειτουργούν σαν ένας οργανισμός που αναπνέει συλλογικά. Η δυναμική τους δεν προκύπτει από τη δεξιοτεχνία –η οποία θεωρείται δεδομένη– αλλά από την αμοιβαία κατανόηση του χώρου, της σιωπής και του χρόνου.
Ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση του πολυετούς συνεργάτη τους Anita Lane και τον θάνατο του συνιδρυτή Conway Savage, αλλά και έπειτα από τις αλλαγές στη σύνθεση της τελευταίας δεκαετίας, οι Bad Seeds απέκτησαν διαφορετική υφή. Πιο λιτή όταν χρειάζεται, πιο κινηματογραφική όταν το απαιτεί η στιγμή, χωρίς ποτέ να χάνει τη χαρακτηριστική της ένταση.
Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε τραγούδι παραμένει αναγνωρίσιμο, αλλά ποτέ πανομοιότυπο με την ηχογραφημένη εκδοχή του.
Η σκηνή παραμένει χώρος δημιουργίας και όχι αναπαραγωγής. Το κοινό δεν παρακολουθεί. Συμμετέχει.
Στις περισσότερες συναυλίες υπάρχει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό. Στις εμφανίσεις του Cave αυτή η απόσταση μοιάζει να καταργείται.
Δεν είναι μόνο επειδή πλησιάζει διαρκώς το πρώτο διάζωμα, πιάνει χέρια ή κοιτάζει επίμονα ανθρώπους στα μάτια. Είναι επειδή αντιμετωπίζει τους θεατές ως αναπόσπαστο μέρος της αφήγησης.
Τα τραγούδια του άλλωστε δεν είναι ύμνοι προς κατανάλωση. Είναι ιστορίες που αποκτούν διαφορετικό νόημα κάθε φορά που χιλιάδες άνθρωποι τις τραγουδούν μαζί.
Το “Into My Arms”, το “Jubilee Street”, το “From Her to Eternity”, το “Red Right Hand” ή το “Bright Horses” δεν λειτουργούν ως διαδοχικές επιτυχίες ενός μεγάλου καταλόγου. Αποτελούν διαφορετικά κεφάλαια της ίδιας αφήγησης. Κάθε συναυλία γράφει μία ακόμη εκδοχή της.
Τι να περιμένουμε στην Ελλάδα
Η επερχόμενη εμφάνισή του στην Πλατεία Νερού δεν αποκτά ιδιαίτερη σημασία μόνο επειδή συνοδεύει την περιοδεία του Wild God. Αποτελεί μία από τις λίγες ευκαιρίες να παρακολουθήσει κανείς έναν καλλιτέχνη σε μια φάση όπου η δημιουργικότητα δεν στηρίζεται στη νοσταλγία.
Οι πρόσφατες συναυλίες της περιοδείας δείχνουν έναν Cave που εναλλάσσει με φυσικότητα το νέο υλικό με τραγούδια που καλύπτουν περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες δισκογραφίας. Δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι παραμένει νέος, ούτε βασίζεται αποκλειστικά στις μεγάλες επιτυχίες του.
Αντιμετωπίζει ολόκληρη την πορεία του ως ένα ενιαίο έργο.
Αυτό εξηγεί γιατί ένα τραγούδι του 1984 μπορεί να συνυπάρχει οργανικά με μια σύνθεση του 2024.
Δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Υπάρχει μόνο η συνέχεια. Ένας διαφορετικός ορισμός της ωριμότητας
Στη ροκ μουσική η ηλικία υπήρξε ανέκαθεν ένα δύσκολο ζήτημα. Πολλοί καλλιτέχνες εγκλωβίστηκαν στην εικόνα που τους έκανε διάσημους. Άλλοι επιχείρησαν να την αντιγράψουν για πάντα. Κάποιοι εξαφανίστηκαν όταν κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να τη στηρίξουν.
Ο Nick Cave ακολούθησε μια τρίτη διαδρομή. Αποδέχθηκε ότι η ωριμότητα δεν σημαίνει εξημέρωση. Σημαίνει μεγαλύτερη ακρίβεια.
Η οργή έγινε ένταση. Η πρόκληση μετατράπηκε σε περιέργεια. Η βεβαιότητα έδωσε τη θέση της στην αναζήτηση.
Αυτός είναι ίσως ο λόγος που σήμερα μοιάζει πιο σύγχρονος από πολλούς καλλιτέχνες της μισής του ηλικίας.
Δεν ακολουθεί τις τάσεις. Συνεχίζει να εξελίσσεται.
Στη δημόσια εικόνα του Nick Cave συνυπάρχουν πολλές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Ο νεαρός που μεγάλωσε στην επαρχιακή Αυστραλία. Ο χαρισματικός προβοκάτορας του μεταπανκ. Ο λογοτέχνης. Ο συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής. Ο άνθρωπος που βρέθηκε αντιμέτωπος με την πιο ακραία μορφή της απώλειας. Ο καλλιτέχνης που συνεχίζει να γράφει, να αμφιβάλλει και να αναζητά.
Καμία από αυτές τις ταυτότητες δεν ακυρώνει την προηγούμενη. Αντίθετα, συνθέτουν μια σπάνια περίπτωση δημιουργού που δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στη μυθολογία του.
Λίγοι μουσικοί κατάφεραν να μεγαλώσουν μπροστά στο κοινό τους χωρίς να χάσουν την καλλιτεχνική τους ένταση. Ακόμη λιγότεροι κατάφεραν να μετατρέψουν τη διαδρομή τους σε κάτι που υπερβαίνει τη μουσική.
Ο Nick Cave ανήκει σε αυτή τη μικρή κατηγορία. Γι’ αυτό και, κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή, δεν επιβεβαιώνει απλώς τη φήμη του ως ένας από τους σημαντικότερους performers της εποχής μας. Υπενθυμίζει ότι η μεγάλη τέχνη δεν προσφέρει απαντήσεις. Δημιουργεί εκείνον τον σπάνιο χώρο όπου οι σωστές ερωτήσεις εξακολουθούν να έχουν σημασία.