Από τα φθαρμένα trainers και το παλιό Barbour μέχρι το ρολόι που κρύβεται κάτω από τη μανσέτα, η πραγματική ένδειξη οικονομικής άνεσης δεν είναι πάντα αυτή που κοστίζει περισσότερο.
Υπάρχει ένας παράξενος κανόνας στο ντύσιμο των ανθρώπων που έχουν μεγαλώσει με την αίσθηση ότι τα χρήματα δεν χρειάζεται να αποδεικνύονται. Δεν κυνηγούν το καινούργιο, δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τα logos και δεν αντιμετωπίζουν κάθε έξοδο ως ευκαιρία για να δείξουν τι μπορούν να αγοράσουν.
Στην πραγματικότητα, αρκετές φορές μοιάζουν σαν να μην προσπάθησαν καθόλου.
Ένα παλιό waxed jacket. Ένα ζευγάρι sneakers που έχει χάσει προ πολλού το λευκό του χρώμα. Ένα πουλόβερ που έχει φορεθεί εκατοντάδες φορές. Chinos, τζιν, loafers ή μπότες χωρίς εμφανές brand. Και ένα ρολόι που δεν φωνάζει την τιμή του από απόσταση.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά παράδοξα του λεγόμενου old money style: όταν έχεις μεγαλώσει γνωρίζοντας ότι μπορείς να αγοράσεις σχεδόν οτιδήποτε, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να ντύνεσαι σαν να θέλεις να το αποδείξεις.
Το παλιό Barbour έχει μεγαλύτερη σημασία από το καινούργιο
Ένα Barbour που έχει αρχίσει να γυαλίζει στα σημεία, έχει σημάδια χρήσης και μυρίζει ελαφρώς βροχή και εξοχή μπορεί να πει περισσότερα από ένα ολοκαίνουργιο designer jacket.
Η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στο ρούχο. Βρίσκεται στον τρόπο που φοριέται.
Το παλιό jacket δεν αγοράστηκε για να δημιουργήσει μια εικόνα. Υπήρχε ήδη στην ντουλάπα και απλώς συνεχίζει να κάνει τη δουλειά του. Το ίδιο ισχύει για ένα μάλλινο παλτό, ένα ζευγάρι βρετανικές μπότες ή ένα καλό δερμάτινο παπούτσι που έχει αποκτήσει χαρακτήρα με τα χρόνια.
Το ζητούμενο δεν είναι να δείχνεις παλιός. Είναι να μην έχεις ανάγκη να δείχνεις καινούργιος.
Τα sneakers που κανονικά θα έπρεπε να έχουν πεταχτεί
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημάδι.
Ένα ακριβό ζευγάρι sneakers μπορεί να δείχνει αμέσως ότι κόστισε ακριβά. Ένα πολύ φορεμένο ζευγάρι, όμως, λέει κάτι διαφορετικό: ότι ο ιδιοκτήτης του δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να το αντικαταστήσει επειδή έπαψε να είναι άψογο.
Λεκέδες, τσακίσματα, φθορά στη σόλα. Όχι απαραίτητα παραμέληση. Συχνά, απλώς προσκόλληση σε ένα ζευγάρι που έχει αποδειχθεί χρήσιμο.
Αυτός είναι και ο λόγος που ένα ζευγάρι λευκά trainers με εμφανή σημάδια χρήσης μπορεί να σταθεί δίπλα σε ένα πολύ καλό σακάκι χωρίς να μοιάζει παράταιρο.
Το logo δεν είναι απαραίτητα το ζητούμενο
Το μεγάλο logo είναι ένας από τους ευκολότερους τρόπους να κάνεις γνωστό τι φοράς. Το old money ντύσιμο λειτουργεί διαφορετικά.
Η ποιότητα βρίσκεται στο ύφασμα, στην εφαρμογή, στην κατασκευή και στις αναλογίες. Το brand μπορεί να είναι σημαντικό για εκείνον που το φορά, αλλά δεν είναι απαραίτητο να είναι σημαντικό για όποιον τον κοιτάζει.
Ένα cashmere crew-neck χωρίς λογότυπο, ένα καλό oxford πουκάμισο ή ένα σωστά κομμένο παντελόνι μπορεί να κοστίζουν περισσότερο από ένα εντυπωσιακό designer κομμάτι. Η διαφορά είναι ότι δεν το ανακοινώνουν.
Το ρολόι κάτω από τη μανσέτα
Το ίδιο παιχνίδι γίνεται και με τα αξεσουάρ.
Το πραγματικά ακριβό ρολόι δεν χρειάζεται πάντα να βρίσκεται στο κέντρο του καρπού, με το μανίκι σηκωμένο ώστε να φαίνεται το καντράν. Μπορεί να εμφανίζεται για λίγα δευτερόλεπτα κάτω από μια μανσέτα και να χάνεται ξανά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διακριτικό ρολόι είναι ένδειξη πλούτου. Σημαίνει ότι στο συγκεκριμένο στιλιστικό κώδικα η αναγνωρισιμότητα δεν είναι ο στόχος.
Το ίδιο ισχύει για ένα δαχτυλίδι, μια δερμάτινη ζώνη ή ένα ζευγάρι γυαλιά. Όσο λιγότερο χρειάζεται να εξηγήσεις τι φοράς, τόσο περισσότερο χώρο αφήνεις στο ίδιο το αντικείμενο.
Το «country» δεν αγοράζεται από το ράφι
Υπάρχει, βέβαια, και η παγίδα του wannabe old money.
Ένα καινούργιο outfit με waxed jacket, καρό πουκάμισο, μπότες, flat cap και κάθε πιθανό κώδικα βρετανικής εξοχής μπορεί να μοιάζει περισσότερο με costume party παρά με πραγματικό προσωπικό στιλ.
Το αυθεντικό country dressing έχει σχέση με τη χρήση. Τα ρούχα πρέπει να αντέχουν τη βροχή, τη λάσπη, την οδήγηση, το περπάτημα και την καθημερινότητα. Γι’ αυτό και τα σημάδια φθοράς δεν αποτελούν απαραίτητα πρόβλημα.
Ένα jacket που έχει πραγματικά φορεθεί στο χωράφι είναι διαφορετικό από ένα jacket που αγοράστηκε επειδή κάποιος αποφάσισε ότι θέλει να δείχνει σαν να έχει κτήμα.
Η εφαρμογή κερδίζει το brand
Ένα από τα πιο σταθερά στοιχεία αυτού του τρόπου ντυσίματος είναι η εφαρμογή.
Όχι απαραίτητα στενή. Όχι oversized επειδή είναι μόδα. Απλώς σωστή.
Το παντελόνι πέφτει σωστά πάνω στο παπούτσι. Το σακάκι κάθεται στους ώμους. Το πουκάμισο δεν τραβάει στο στήθος. Το παλτό έχει χώρο για ένα πουλόβερ από κάτω.
Δεν χρειάζεται να ξέρεις από ποιον οίκο προέρχεται το κάθε κομμάτι για να καταλάβεις ότι κάποιος ξέρει να ντύνεται.
Το πιο ακριβό ρούχο μπορεί να είναι αυτό που δεν φαίνεται
Η λογική του old money δεν αφορά μόνο το τι φοράς. Αφορά και το τι αρνείσαι να κάνεις με τα ρούχα σου.
Δεν χρειάζεται κάθε εμφάνιση να είναι διαφορετική. Δεν χρειάζεται να αγοράζεις κάθε σεζόν καινούργια παπούτσια. Δεν χρειάζεται να φαίνεται η τιμή ενός ρολογιού από την απέναντι πλευρά του δρόμου.
Και σίγουρα δεν χρειάζεται να έχεις logo από τον γιακά μέχρι το sneaker.
Η πραγματική πολυτέλεια, σε αυτή την περίπτωση, είναι περισσότερο θέμα άνεσης παρά επίδειξης: να φοράς κάτι επειδή σου ταιριάζει, σου αρέσει και έχει θέση στη ζωή σου.
Ακόμη κι αν τα trainers σου έχουν λερωθεί.
Ακόμη κι αν το Barbour έχει δέκα χρόνια στην πλάτη του.
Ακόμη κι αν το ρολόι φαίνεται μόνο όταν σηκώσεις το μανίκι.