Ποιο αλκοόλ σε αφυδατώνει λιγότερο στον καύσωνα; Τι λέει πραγματικά η επιστήμη

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Η μπύρα, το κρασί και τα spirits δεν επιβαρύνουν τον οργανισμό με τον ίδιο τρόπο όταν ο υδράργυρος αγγίζει τους 40°C. Αυτό που κάνει τη διαφορά δεν είναι μόνο το είδος του ποτού, αλλά η ποσότητα του αλκοόλ, ο τρόπος κατανάλωσης και το πόσο αφυδατωμένος είσαι ήδη πριν από την πρώτη γουλιά.

Δύο μπύρες στην παραλία και συνεχίζεις τη μέρα σου χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα. Δύο μεγάλα ποτήρια κρασί σε μια ταράτσα με 40 βαθμούς και το επόμενο πρωί αναρωτιέσαι τι πήγε στραβά. Δεν είναι ιδέα σου. Ούτε θέμα «βαριού» ποτού. Είναι θέμα φυσιολογίας και όταν ο υδράργυρος χτυπά κόκκινο, ο οργανισμός γίνεται πολύ λιγότερο επιεικής απέναντι στο αλκοόλ.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η μπύρα είναι «καλύτερη» από το κρασί ή αν το gin υπερτερεί του ουίσκι. Αυτό που καθορίζει την επίδραση στον οργανισμό είναι η ποσότητα του καθαρού αλκοόλ που καταναλώνεις, ο ρυθμός με τον οποίο το πίνεις και οι συνθήκες στις οποίες βρίσκεται ήδη το σώμα σου. Όταν έχει προηγηθεί πολύωρη έκθεση στον ήλιο, έντονη εφίδρωση ή αφυδάτωση, ακόμη και η μέτρια κατανάλωση μπορεί να σε επηρεάσει περισσότερο απ’ όσο περιμένεις.

Κανένα αλκοολούχο ποτό δεν αποτελεί μέσο ενυδάτωσης. Υπάρχουν, όμως, επιλογές και τρόποι κατανάλωσης που επιβαρύνουν λιγότερο τον οργανισμό όταν επικρατούν συνθήκες καύσωνα. Και αυτό είναι που αξίζει να γνωρίζεις.

Τι συμβαίνει πραγματικά στον οργανισμό όταν πίνεις αλκοόλ

Είτε επιλέξεις μπύρα, κρασί, ούζο ή ουίσκι, ο βασικός μηχανισμός είναι ο ίδιος. Η αιθανόλη καταστέλλει τη δράση της βαζοπρεσίνης, της αντιδιουρητικής ορμόνης που βοηθά τα νεφρά να συγκρατούν νερό. Όταν τα επίπεδά της μειώνονται, ο οργανισμός αποβάλλει περισσότερα υγρά μέσω των ούρων, γι’ αυτό και μετά από μερικά ποτά οι επισκέψεις στην τουαλέτα γίνονται συχνότερες.

Η εικόνα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη από όσο πιστεύουν οι περισσότεροι. Η αφυδάτωση αποτελεί μόνο έναν από τους λόγους που το αλκοόλ σε κάνει να αισθάνεσαι εξαντλημένος την επόμενη ημέρα. Στο hangover συμμετέχουν επίσης η φλεγμονώδης απόκριση του οργανισμού, οι μεταβολίτες της αιθανόλης, οι διαταραχές στον ύπνο και οι μεταβολές στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών. Με άλλα λόγια, το να πιεις ένα ποτήρι νερό πριν κοιμηθείς είναι χρήσιμο, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις.

Στον καύσωνα το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Το σώμα χάνει ήδη σημαντικές ποσότητες υγρών μέσω της εφίδρωσης, ενώ το αλκοόλ μπορεί να επιδεινώσει την αφυδάτωση, να επηρεάσει την ικανότητα του οργανισμού να διαχειρίζεται τη θερμότητα και να μειώσει την αντίληψη των πρώτων συμπτωμάτων θερμικής εξάντλησης. Γι’ αυτό και οι διεθνείς οργανισμοί δημόσιας υγείας συνιστούν ιδιαίτερη προσοχή στην κατανάλωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια έντονων κυμάτων ζέστης.

Ξέχνα τα «ποτήρια». Μέτρα standard drinks

Το μεγαλύτερο λάθος όταν συγκρίνουμε διαφορετικά ποτά είναι ότι μιλάμε για «ποτήρια». Στην πραγματικότητα, αυτό που μετρά είναι η ποσότητα του καθαρού αλκοόλ.

Ως σημείο αναφοράς χρησιμοποιείται διεθνώς το standard drink (τυποποιημένο ποτό), το οποίο αντιστοιχεί περίπου σε 14 γραμμάρια καθαρής αλκοόλης. Αυτό ισοδυναμεί, κατά προσέγγιση, με:

  • 350 ml μπύρας 5% ABV,
  • 150 ml κρασιού 12% ABV,
  • 45 ml αποστάγματος 40% ABV.

Στη θεωρία οι παραπάνω ποσότητες είναι ισοδύναμες. Στην πράξη, όμως, σπάνια σερβίρονται έτσι.

Ένα ποτήρι κρασί σε εστιατόριο μπορεί εύκολα να ξεπεράσει τα 200 ml. Ένα Gin & Tonic συχνά περιέχει 50 ή ακόμη και 60 ml gin, ενώ αρκετά κοκτέιλ βασίζονται σε δύο διαφορετικά αποστάγματα ή σε διπλές δόσεις χωρίς αυτό να είναι προφανές στον καταναλωτή.

Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να ξέρεις τι πίνεις. Πρέπει να γνωρίζεις και πόσο αλκοόλ περιέχει πραγματικά το ποτήρι που κρατάς.

Μπύρα, κρασί, spirits ή κοκτέιλ; Τι δείχνουν τα δεδομένα

Η επιστήμη δεν αναδεικνύει έναν απόλυτο «νικητή». Η επίδραση κάθε ποτού εξαρτάται κυρίως από τη συνολική ποσότητα αλκοόλης που καταναλώνεται, όμως ο αλκοολικός τίτλος (ABV), το μέγεθος της μερίδας και ο ρυθμός κατανάλωσης επηρεάζουν σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα.

Μπύρα (4–5% ABV)

Οι μπύρες χαμηλότερου αλκοολικού τίτλου τείνουν να επιβαρύνουν λιγότερο την ισορροπία των υγρών, κυρίως επειδή περιέχουν μεγαλύτερη ποσότητα νερού σε σχέση με την ποσότητα αλκοόλης που προσφέρουν. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ποτά με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ προκαλούν ηπιότερη διουρητική επίδραση σε σχέση με ποτά υψηλότερου ABV, όταν συγκρίνονται σε αντίστοιχες συνθήκες κατανάλωσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μπύρα ενυδατώνει ούτε ότι μπορεί να αντισταθμίσει τις απώλειες υγρών ενός καύσωνα. Σημαίνει όμως ότι μια lager 4–5%, καταναλωμένη με μέτρο, συνήθως επιβαρύνει λιγότερο τον οργανισμό από την ίδια ποσότητα καθαρού αλκοόλ που καταναλώνεται πιο συμπυκνωμένα.

Κρασί (12–14% ABV)

Το κρασί περιέχει σχεδόν τριπλάσια συγκέντρωση αλκοόλης σε σχέση με μια τυπική μπύρα. Αυτό από μόνο του δεν το καθιστά «χειρότερο», όμως αυξάνει την πιθανότητα να καταναλώσεις μεγαλύτερη ποσότητα καθαρού αλκοόλ χωρίς να το αντιληφθείς, ειδικά όταν τα ποτήρια είναι γενναιόδωρα.

Δύο μεγάλα ποτήρια κρασί σε ένα εστιατόριο ή σε ένα beach bar μπορεί να αντιστοιχούν σε τρία ή ακόμη και τέσσερα standard drinks, κάτι που μεταβάλλει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται ο οργανισμός, ιδιαίτερα σε υψηλές θερμοκρασίες.

Spirits (37,5–45% ABV)

Τα αποστάγματα είναι η πιο συμπυκνωμένη μορφή αλκοόλης που καταναλώνεται συνήθως. Μικρός όγκος δεν σημαίνει μικρή επιβάρυνση. Αντίθετα, κάθε γουλιά μεταφέρει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα καθαρού αλκοόλ σε σχέση με τη μπύρα ή το κρασί.

Όταν μάλιστα τα ποτά καταναλώνονται γρήγορα ή χωρίς φαγητό, η αύξηση της συγκέντρωσης αλκοόλης στο αίμα είναι ταχύτερη, γεγονός που ενισχύει τόσο τη διουρητική δράση όσο και τις συνολικές επιδράσεις στον οργανισμό.

Κοκτέιλ

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παγίδα.

Ένα απλό Gin & Tonic μπορεί να περιέχει περίπου ένα standard drink, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να σερβίρεται με μεγαλύτερη ποσότητα gin. Άλλα κοκτέιλ, όπως ένα Long Island Iced Tea, μπορεί να περιέχουν δύο, τρία ή και περισσότερα standard drinks σε ένα μόνο ποτήρι.

Οι χυμοί, τα αναψυκτικά και ο πάγος κάνουν το ποτό πιο ευχάριστο και πιο εύκολο στην κατανάλωση, αλλά δεν μειώνουν το συνολικό αλκοολικό φορτίο. Αντίθετα, συχνά δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι πίνεις κάτι πιο «ελαφρύ» από ό,τι πραγματικά είναι.

Οι mixers δεν «εξουδετερώνουν» το αλκοόλ

Η ιδέα ότι ένα ποτό γίνεται πιο «ελαφρύ» επειδή περιέχει πολύ πάγο, σόδα ή αναψυκτικό είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους γύρω από το αλκοόλ.

Στην πραγματικότητα, οι mixers δεν μειώνουν την ποσότητα του αλκοόλ που περιέχει το ποτήρι. Απλώς αραιώνουν τη συγκέντρωσή του, κάνοντας κάθε γουλιά λιγότερο δυνατή και, ιδανικά, επιβραδύνοντας τον ρυθμό κατανάλωσης. Αυτό μπορεί να δώσει στον οργανισμό περισσότερο χρόνο να μεταβολίσει το αλκοόλ, χωρίς όμως να αλλάζει το συνολικό αλκοολικό φορτίο.

Με απλά λόγια, ένα μεγάλο κοκτέιλ που περιέχει 90 ml βότκας εξακολουθεί να περιέχει την ίδια ποσότητα αλκοόλ, είτε προστεθεί σόδα είτε χυμός είτε άφθονος πάγος.

Γι’ αυτό και η πιο χρήσιμη ερώτηση δεν είναι «έχει mixer;», αλλά «πόσο καθαρό αλκοόλ περιέχει τελικά αυτό το ποτήρι;».

Ούζο με νερό ή τσίπουρο σκέτο;

Η σύγκριση ανάμεσα στα δύο πιο χαρακτηριστικά ελληνικά καλοκαιρινά αποστάγματα δείχνει ότι, πολλές φορές, μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το ποτό έχει ο τρόπος που καταναλώνεται.

Το ούζο εμφιαλώνεται συνήθως με αλκοολικό τίτλο άνω του 37,5%, όμως παραδοσιακά σερβίρεται με νερό, πάγο και μεζέ. Η προσθήκη νερού δεν μειώνει την ποσότητα του αλκοόλ που περιέχει το ποτήρι, αλλά αραιώνει τη συγκέντρωσή του και συνήθως οδηγεί σε πιο αργή κατανάλωση. Παράλληλα, η συνοδεία φαγητού επιβραδύνει την απορρόφηση του αλκοόλ.

Το τσίπουρο, αντίθετα, καταναλώνεται συχνότερα σκέτο, σε μικρά ποτήρια που ευνοούν τις γρήγορες επαναλήψεις. Παρότι κάθε σερβίρισμα μοιάζει μικρό, η υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ σημαίνει ότι δύο ή τρεις γρήγοροι γύροι μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την ποσότητα καθαρού αλκοόλ που έχει προσλάβει ο οργανισμός.

Δεν υπάρχει, επομένως, «υγιεινό» απόσταγμα. Υπάρχει όμως τρόπος κατανάλωσης που μπορεί να περιορίσει την επιβάρυνση, ιδιαίτερα όταν επικρατούν συνθήκες καύσωνα.

Πέντε κανόνες που αξίζει να θυμάσαι όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει

1. Μην ξεκινάς αφυδατωμένος

Αν έχει προηγηθεί πολύωρη παραμονή στον ήλιο, γυμναστική ή έντονη εφίδρωση, ο οργανισμός έχει ήδη χάσει σημαντικές ποσότητες υγρών. Φρόντισε να έχεις πιει αρκετό νερό πριν από το πρώτο ποτό και όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εξόδου.

2. Προτίμησε ποτά με χαμηλότερο αλκοολικό τίτλο

Μια μπύρα 4-5% ή ένα κοκτέιλ χαμηλού ABV επιβαρύνουν συνήθως λιγότερο τον οργανισμό από ποτά με μεγαλύτερη συγκέντρωση αλκοόλης, αρκεί φυσικά να μην αυξάνεται αντίστοιχα η συνολική ποσότητα που καταναλώνεται.

3. Μέτρα τα standard drinks, όχι τις παραγγελίες

Δύο ποτήρια δεν σημαίνουν απαραίτητα δύο ποτά. Ανάλογα με το μέγεθος της μερίδας και τη συνταγή, μπορεί να αντιστοιχούν σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα καθαρού αλκοόλ.

4. Βάλε το νερό ανάμεσα στα ποτά

Η συμβουλή μπορεί να ακούγεται αυτονόητη, παραμένει όμως από τις πιο αποτελεσματικές. Ένα ποτήρι νερό ανάμεσα σε δύο αλκοολούχα ποτά βοηθά να επιβραδυνθεί ο ρυθμός κατανάλωσης και συμβάλλει στην αναπλήρωση μέρους των υγρών που χάνονται.

5. Απόφυγε τον συνδυασμό αλκοόλ, καύσωνα και έντονης δραστηριότητας

Το αλκοόλ δεν αυξάνει μόνο τον κίνδυνο αφυδάτωσης. Μπορεί επίσης να επηρεάσει την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει τη θερμική καταπόνηση, να μειώσει την αντίληψη των πρώτων προειδοποιητικών συμπτωμάτων και να αυξήσει τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης ή ακόμη και θερμοπληξίας.

Μια ακόμη παγίδα: Τα ενεργειακά ποτά

Ο συνδυασμός αλκοόλ με ενεργειακά ποτά παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής, όμως η καφεΐνη δεν «ξεμεθάει». Μπορεί να μειώσει το αίσθημα της κόπωσης, χωρίς να περιορίζει την επίδραση του αλκοόλ στην κρίση, στον χρόνο αντίδρασης ή στον συντονισμό των κινήσεων. Το αποτέλεσμα είναι ότι αρκετοί αισθάνονται πιο ικανοί απ’ όσο πραγματικά είναι και τελικά καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες αλκοόλ.

Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αλκοολούχο ποτό που να μπορεί να χαρακτηριστεί «ασφαλές» όταν η θερμοκρασία πλησιάζει τους 40 βαθμούς. Υπάρχουν όμως επιλογές που, υπό προϋποθέσεις, επιβαρύνουν λιγότερο τον οργανισμό.

Η διαφορά δεν βρίσκεται τόσο στην κατηγορία του ποτού όσο στην ποσότητα του καθαρού αλκοόλ που περιέχει, στον αλκοολικό τίτλο (ABV), στο μέγεθος της μερίδας και στον ρυθμό με τον οποίο καταναλώνεται.

Την επόμενη φορά που θα παραγγείλεις ποτό σε μια παραλία, σε ένα beach bar ή σε μια βραδινή ταράτσα μέσα στον καύσωνα, σκέψου πρώτα σε τι κατάσταση βρίσκεται ήδη ο οργανισμός σου. Αν έχεις περάσει ώρες στον ήλιο, αν ιδρώνεις συνεχώς ή αν δεν έχεις ενυδατωθεί επαρκώς, ακόμη και μια μέτρια ποσότητα αλκοόλ μπορεί να σε επηρεάσει περισσότερο από όσο περιμένεις.

Η πιο έξυπνη επιλογή δεν είναι απαραίτητα να μην πιεις. Είναι να γνωρίζεις τι περιέχει πραγματικά το ποτήρι σου, να κρατήσεις χαμηλό τον ρυθμό και να μην αφήσεις τη ζέστη να κάνει το αλκοόλ πιο απαιτητικό απ’ όσο ήδη είναι.

Share.

Comments are closed.