Ο freddo έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο του ελληνικού καλοκαιριού. Όμως τα δεδομένα που καταγράφουν πλέον τα smartwatches δείχνουν ότι η ώρα που πίνεις καφέ μπορεί να επηρεάζει περισσότερο τον ύπνο και την αποκατάστασή σου απ’ όσο φαντάζεσαι. Δεν πρόκειται για μια μάχη ανάμεσα στην καφεΐνη και την τεχνολογία, αλλά για το πώς οι δύο μαζί μπορούν να σε βοηθήσουν να καταλάβεις καλύτερα το σώμα σου.
Υπάρχουν λίγες συνήθειες τόσο ελληνικές όσο ένας freddo espresso ή ένας freddo cappuccino στο χέρι, ακόμη και όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 35 βαθμούς. Για πολλούς άνδρες αποτελεί μέρος της καθημερινής τους ρουτίνας: στο γραφείο, στη διαδρομή, μετά το γυμναστήριο ή λίγο πριν από μια απογευματινή συνάντηση. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το αν ο καφές επηρέαζε τον ύπνο ήταν περισσότερο θέμα προσωπικής αίσθησης. Σήμερα, όμως, τα wearables καταγράφουν κάτι πολύ πιο αντικειμενικό.
Τα σύγχρονα smartwatches δεν μετρούν μόνο βήματα και θερμίδες. Παρακολουθούν τη διάρκεια του ύπνου, τους κύκλους REM και βαθύ ύπνου, την καρδιακή συχνότητα κατά τη διάρκεια της νύχτας, τη μεταβλητότητα του καρδιακού ρυθμού (HRV), ακόμη και δείκτες αποκατάστασης που χρησιμοποιούν πολλοί αθλητές και όσοι γυμνάζονται συστηματικά. Και κάπου εκεί αρχίζει να εμφανίζεται η σχέση με τον απογευματινό freddo.
Οι ειδικοί στον ύπνο εξηγούν ότι η καφεΐνη μπορεί να παραμένει στον οργανισμό αρκετές ώρες μετά την κατανάλωσή της. Ανάλογα με τον μεταβολισμό κάθε ανθρώπου, η επίδρασή της μπορεί να διαρκέσει πολύ περισσότερο από όσο αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Έτσι, ακόμη κι αν αποκοιμηθεί εύκολα, ο οργανισμός του ενδέχεται να περνά λιγότερο χρόνο σε βαθύ ύπνο ή να παρουσιάζει περισσότερες μικροαφυπνίσεις μέσα στη νύχτα.
Εδώ είναι που τα smartwatches αλλάζουν τη συζήτηση. Πολλοί χρήστες παρατηρούν ότι τις ημέρες που πίνουν καφέ αργά το απόγευμα, οι μετρήσεις τους εμφανίζουν υψηλότερο νυχτερινό καρδιακό ρυθμό, χαμηλότερο HRV ή μειωμένο χρόνο βαθύ ύπνου. Δεν σημαίνει ότι αυτό συμβαίνει σε όλους ούτε ότι τα wearables αποτελούν ιατρικά εργαλεία. Προσφέρουν όμως μια εικόνα των προσωπικών συνηθειών που μέχρι πρόσφατα ήταν αδύνατο να δει κανείς.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι διαφορές από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι εντυπωσιακές. Κάποιος μπορεί να πιει έναν διπλό freddo στις έξι το απόγευμα και να κοιμηθεί χωρίς καμία εμφανή επίπτωση. Κάποιος άλλος μπορεί να δει την ποιότητα του ύπνου του να πέφτει αισθητά, παρότι νιώθει ότι ξεκουράστηκε κανονικά. Η γενετική, η ηλικία, το άγχος, η φυσική κατάσταση και η συνολική ποσότητα καφεΐνης μέσα στην ημέρα παίζουν σημαντικό ρόλο.
Αυτό έχει οδηγήσει αρκετούς ειδικούς να μιλούν για μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση στην κατανάλωση καφέ. Αντί να ακολουθεί κανείς έναν γενικό κανόνα του τύπου «όχι καφές μετά τις τέσσερις», μπορεί να αξιοποιήσει τα δεδομένα του smartwatch ως εργαλείο παρατήρησης. Αν για παράδειγμα οι δείκτες αποκατάστασης πέφτουν σταθερά όταν ο τελευταίος freddo καταναλώνεται αργά, ίσως αξίζει μια μικρή αλλαγή στη ρουτίνα.
Το ίδιο ισχύει και για όσους προπονούνται. Η αποκατάσταση αποτελεί βασικό παράγοντα για την απόδοση, και αρκετές πλατφόρμες υγείας χρησιμοποιούν πλέον τον ύπνο και το HRV για να εκτιμήσουν πόσο έτοιμο είναι το σώμα για έντονη άσκηση. Αν ο απογευματινός καφές επηρεάζει αυτούς τους δείκτες, τότε η επίδρασή του δεν περιορίζεται μόνο στην επόμενη ημέρα στο γραφείο, αλλά ενδέχεται να επηρεάζει και την προπόνηση.
Βέβαια, δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε τον freddo σαν εχθρό. Ο καφές συνδέεται με αυξημένη εγρήγορση, καλύτερη συγκέντρωση και, όταν καταναλώνεται με μέτρο, αποτελεί μέρος μιας ισορροπημένης καθημερινότητας για εκατομμύρια ανθρώπους. Το ζητούμενο δεν είναι να τον κόψεις, αλλά να καταλάβεις πότε λειτουργεί υπέρ σου και πότε αρχίζει να “δανείζεται” ώρες από τον βραδινό σου ύπνο.
Η σχέση του Έλληνα με τον freddo δύσκολα θα αλλάξει. Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος που αξιολογούμε τις καθημερινές μας συνήθειες. Για πρώτη φορά, η επίδραση ενός απογευματινού καφέ δεν βασίζεται μόνο στο «νομίζω ότι κοιμήθηκα καλά», αλλά και σε μετρήσεις που επιτρέπουν μια πιο προσωπική ανάγνωση της ποιότητας του ύπνου.
