Singer x Louis Vuitton: Οι δύο Porsche 911 που επαναπροσδιορίζουν το απόλυτο luxury restomod

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Όταν η Singer συνάντησε τη Louis Vuitton, το αποτέλεσμα δεν ήταν ακόμη ένα luxury collab. Ήταν δύο μοναδικές Porsche 911 που μετατρέπουν την αυτοκίνηση σε αντικείμενο συλλογής, όπου η υψηλή ωρολογοποιία, η δερματουργία και το automotive craftsmanship μιλούν την ίδια γλώσσα.

Κάθε Αύγουστο εμφανίζονται δεκάδες συνεργασίες ανάμεσα σε οίκους μόδας και αυτοκινητοβιομηχανίες. Οι περισσότερες ζουν όσο ένας κύκλος δημοσιότητας στο Instagram. Η σύμπραξη της Singer Vehicle Design με τη Louis Vuitton ανήκει σε διαφορετική κατηγορία.

Η αφετηρία ήταν σχεδόν απρόσμενη: η Singer ζήτησε από τη La Fabrique du Temps Louis Vuitton να δημιουργήσει ένα ρολόι για το ταμπλό μιας Porsche 911. Η ιδέα εξελίχθηκε σε ένα project που κατέληξε σε δύο μοναδικές Porsche 911 Reimagined by Singer, παρουσιασμένες στη Monterey Car Week, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν το πού μπορεί να φτάσει το bespoke luxury.

Εκεί όπου τρεις κόσμοι συναντιούνται

Οι δύο δημιουργίες βασίζονται στην πλατφόρμα της Porsche 911 Type 964, αλλά από εκεί και πέρα ελάχιστα θυμίζουν το αρχικό αυτοκίνητο.

Η Singer έκανε αυτό που γνωρίζει καλύτερα: πλήρη αναδημιουργία με ανθρακονημάτινο αμάξωμα, ενισχυμένο μονοκόκ πλαίσιο, χειροποίητες μεταλλικές λεπτομέρειες και μηχανικά σύνολα που παραμένουν πιστά στην αίσθηση της αερόψυκτης 911.

Η Louis Vuitton, από την άλλη, δεν περιορίστηκε σε ένα λογότυπο πάνω σε δέρμα. Έφερε μέσα στο cockpit δύο από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της: το ιστορικό savoir-faire της στη δερματουργία και τη La Fabrique du Temps, το ελβετικό manufacture υψηλής ωρολογοποιίας που σχεδίασε το μηχανικό ρολόι του ταμπλό.

Το αποτέλεσμα είναι ένα αποσπώμενο timepiece εμπνευσμένο από τη συλλογή Tambour, το οποίο αφαιρείται από το αυτοκίνητο και λειτουργεί ως επιτραπέζιο ρολόι.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά από τις περισσότερες fashion συνεργασίες: κάθε πλευρά συνεισφέρει κάτι που η άλλη δεν μπορεί να δημιουργήσει μόνη της.

Οι δύο διαφορετικές προσωπικότητες

Παρότι αποτελούν δίδυμο project, οι δύο Porsche έχουν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα.

Η Porsche 911 Reimagined by Singer – Classic ντύνεται με το χαρακτηριστικό saffron της Louis Vuitton, συνδυασμένο με cobalt blue και κίτρινες λεπτομέρειες που παραπέμπουν στα ιστορικά travel trunks του οίκου. Το εσωτερικό συνεχίζει την ίδια αφήγηση με φυσικό δέρμα, μοτίβα Monogram Flower και μεταλλικούς διακόπτες που αντικαθιστούν σχεδόν κάθε πλαστικό στοιχείο.

Η ειδικά σχεδιασμένη σχάρα οροφής φιλοξενεί bespoke αποσκευές, surfboard ή ακόμη και σκι – μια λεπτομέρεια που συνδέει το project με την ιστορική σχέση της Louis Vuitton με το ταξίδι.

Μάλιστα, το saffron δεν επιλέχθηκε τυχαία. Η ίδια η Louis Vuitton το συνδέει με τις ταξιδιωτικές αποσκευές που κατασκεύαζε για την Citroën ήδη από τη δεκαετία του 1920, επαναφέροντας έναν σχεδιαστικό κώδικα που προϋπήρχε πολύ πριν εμφανιστούν τα σύγχρονα luxury collaborations.

Η Porsche 911 Reimagined by Singer – Classic Turbo, υπό τη δημιουργική καθοδήγηση του Nicolas Ghesquière, ακολουθεί διαφορετική αισθητική. Η απόχρωση Calcaire Lutétien – αναφορά στον παριζιάνικο ασβεστόλιθο – συνδυάζεται με πολύτιμα ξύλα, χρυσές λεπτομέρειες και μια ναυτική λογική που θυμίζει κλασικά speedboats.

Μηχανική που δεν συμβιβάζεται

Το σημαντικότερο είναι ότι οι μηχανικές προδιαγραφές δεν θυσιάστηκαν για χάρη της αισθητικής.

Η Classic χρησιμοποιεί έναν ατμοσφαιρικό, αερόψυκτο 4.0 λίτρων flat-six που αποδίδει 420 ίππους, συνδυάζεται με χειροκίνητο κιβώτιο έξι σχέσεων και carbon-ceramic φρένα.

Η Classic Turbo βασίζεται σε έναν 3.8 λίτρων twin-turbo flat-six με 510 ίππους, επίσης με εξατάχυτο χειροκίνητο κιβώτιο, αλλά προσθέτει traction control, ηλεκτρονικό σύστημα ευστάθειας και επιλεγόμενα drive modes.

Αυτή η επιλογή λέει πολλά για τη Singer: ακόμη και σε ένα project που θα μπορούσε εύκολα να γίνει απλώς design statement, το οδηγικό DNA παραμένει στο επίκεντρο.

Τα πρόσωπα πίσω από το project

Τρεις άνθρωποι δίνουν πραγματικό βάθος στη συνεργασία.

Ο Rob Dickinson, ιδρυτής της Singer, διασφαλίζει ότι κάθε αυτοκίνητο αντιμετωπίζεται ως εξατομικευμένη δημιουργία και όχι ως προϊόν licensing.

Ο Jean Arnault, επικεφαλής της ωρολογοποιίας της Louis Vuitton, ήταν ο άνθρωπος που μετέτρεψε την αρχική ιδέα ενός dashboard clock σε μια συνολική σχεδιαστική συνεργασία. Όπως εξηγεί ο ίδιος, η δημιουργία του ρολογιού αποκάλυψε γρήγορα ότι η ίδια λογική μπορούσε να επεκταθεί σε κάθε λειτουργικό στοιχείο του αυτοκινήτου.

Ο Nicolas Ghesquière έφερε στην Classic Turbo τη δική του σχεδιαστική γλώσσα, αποδεικνύοντας ότι η αισθητική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από ουσιαστική κατασκευή.

Γιατί αυτό δεν είναι ακόμη ένα luxury collaboration

Τα περισσότερα co-branded projects σταματούν στο οπτικό αποτέλεσμα.

Εδώ συμβαίνει κάτι διαφορετικό.

Η Louis Vuitton δεν πρόσθεσε απλώς δέρμα σε μια Singer. Μετέφερε τεχνικές που χρησιμοποιεί στις αποσκευές της – όπως η χειροποίητη επεξεργασία των δερμάτινων ακμών – μέσα στην κατασκευή του αυτοκινήτου, ενώ οι τεχνίτες της La Fabrique du Temps επανασχεδίασαν ακόμη και τα γραφικά των οργάνων ώστε να ακολουθούν τη γλώσσα του Tambour.

Αντίστοιχα, η Singer ενσωμάτωσε αυτές τις λεπτομέρειες χωρίς να αλλοιώσει τη δική της αρχιτεκτονική φιλοσοφία.

Αυτό είναι που κάνει τη συνεργασία να μοιάζει περισσότερο με συνάντηση δύο ατελιέ παρά δύο τμημάτων marketing.

Η ελληνική οπτική

Η κουλτούρα των restomods δεν είναι ξένη στην Ελλάδα.

Οι αερόψυκτες Porsche 911 εξακολουθούν να έχουν σχεδόν μυθική θέση στην εγχώρια σκηνή, είτε στις κυριακάτικες διαδρομές προς την Πάρνηθα είτε στα track days στα Μέγαρα. Παράλληλα, τα concours d’elegance και τα cars & coffee συγκεντρώνουν όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ένα κοινό που αντιμετωπίζει το αυτοκίνητο όχι μόνο ως μηχανή, αλλά ως αντικείμενο σχεδιασμού και συλλογής.

Γι’ αυτό και η Singer έχει αποκτήσει ιδιαίτερο κύρος στους Έλληνες enthusiasts: εκπροσωπεί την ιδέα ότι η τελειότητα δεν βρίσκεται στην ηλικία ενός αυτοκινήτου, αλλά στον τρόπο που αυτό ξαναγεννιέται.

Η πραγματική αξία αυτών των δύο 911

Η Singer και η Louis Vuitton δεν ανακοίνωσαν επίσημη τιμή.

Ωστόσο, οι περισσότερες εκτιμήσεις της αγοράς συμφωνούν ότι πρόκειται για δύο από τις ακριβότερες δημιουργίες που έχει παρουσιάσει ποτέ η Singer – με αξία που τοποθετείται στην περιοχή αρκετών εκατομμυρίων ευρώ για κάθε αυτοκίνητο.

Γι’ αυτό και η σύγκριση με ένα ακριβό σπίτι στα Βόρεια Προάστια δεν είναι υπερβολή.

Το ουσιαστικότερο, όμως, δεν είναι το ποσό.

Κάθε αυτοκίνητο απαιτεί περίπου 4.000 ώρες εργασίας, μια λεπτομέρεια που εξηγεί γιατί η σπανιότητά τους δεν προκύπτει από έναν περιορισμένο αριθμό παραγωγής, αλλά από την ίδια τη διαδικασία δημιουργίας.

Αυτές οι δύο Porsche δεν αγοράζουν απλώς αποκλειστικότητα. Αποδεικνύουν ότι όταν η αυτοκίνηση, η υψηλή ωρολογοποιία και η κορυφαία χειροτεχνία συναντηθούν χωρίς εκπτώσεις, το αποτέλεσμα ξεπερνά την έννοια του «limited edition».

Γίνεται αντικείμενο πολιτισμού.

Share.

Comments are closed.