Στους Αμπελόκηπους, στη σκιά του Πύργου Αθηνών, εκεί όπου η καθημερινότητα κινείται με γρήγορους ρυθμούς, το Ντελόγο ακολουθεί τη δική του πορεία. Με αναφορές στην κρητική παράδοση και μια φιλοσοφία που δίνει έμφαση στο καλό φαγητό και τη συντροφικότητα, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο συζητημένα στέκια της περιοχής.

Οι Αμπελόκηποι δεν ήταν ποτέ η γειτονιά που πρωταγωνιστούσε στους γαστρονομικούς οδηγούς της Αθήνας.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η εικόνα αλλάζει. Ανάμεσα σε μικρά καφέ, μπαρ και νέες αφίξεις στην εστίαση, το Ντελόγο έχει καταφέρει να αποκτήσει σταθερή παρουσία, όχι μέσα από τη λογική της μόδας, αλλά μέσα από τη συνέπεια τόσο των θαμώνων, όσο και στην γνησιότητα των προϊόντων, που σερβίρει.

Στη Σινώπης 5, λίγα βήματα από τον Πύργο Αθηνών, το μικρό κρητικό στέκι έχει καταφέρει μέσα σε περίπου οκτώ χρόνια να αποκτήσει σταθερό κοινό, που επιστρέφει ξανά και ξανά.

Δεν είναι από τα μαγαζιά που θα σε τραβήξουν με την εντυπωσιακή τους πρόσοψη ή με τη γυαλιστερή τους παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η φήμη του χτίστηκε αλλιώς. Από άνθρωπο σε άνθρωπο, από παρέα σε παρέα, από εκείνους που το επισκέφθηκαν μία φορά και το έβαλαν στις σταθερές τους επιλογές.

Το ίδιο το όνομά του αποκαλύπτει πολλά για τη φιλοσοφία του. Στην κρητική διάλεκτο, «ντελόγο» σημαίνει «αμέσως», «επιτόπου». Είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται στην καθημερινότητα των Κρητικών, αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη.

Αυτή η αμεσότητα χαρακτηρίζει και τον χώρο. Δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στον επισκέπτη και τους ανθρώπους που τον υποδέχονται. Η σχέση χτίζεται φυσικά, όπως συμβαίνει στα καφενεία των χωριών της Κρήτης, όπου η φιλοξενία δεν αποτελεί μέρος της εξυπηρέτησης αλλά στοιχείο της καθημερινής ζωής.

Ο ιδιοκτήτης, Σήφης Σφηνιάς, μεγάλωσε στις Μοίρες Ηρακλείου και θέλησε να μεταφέρει στην Αθήνα κάτι περισσότερο από συνταγές.

Η πρόθεσή του ήταν να αναβιώσει μια ολόκληρη κουλτούρα: εκείνη του κρητικού καφενείου, όπου ο καφές, το φαγητό, η ρακή και η κουβέντα συνυπάρχουν χωρίς αυστηρούς διαχωρισμούς. Ένας χώρος που αλλάζει πρόσωπο μέσα στη μέρα, αλλά διατηρεί πάντα τον ίδιο χαρακτήρα.

Γνωστός οδηγός της πόλης χαρακτήρισε το Ντελόγο «κρητική izakaya». Ο παραλληλισμός με τα ιαπωνικά izakaya δεν αφορά φυσικά τη γεύση, αλλά τη λειτουργία του χώρου. Πρόκειται για εκείνα τα μικρά μαγαζιά όπου το φαγητό αποτελεί αφορμή για συνάντηση, η παρέα μεγαλώνει χωρίς πρόγραμμα και η βραδιά εξελίσσεται αυθόρμητα.

Η κουζίνα ακολουθεί την ίδια λογική. Δεν επιχειρεί να αναθεωρήσει την κρητική παράδοση ούτε να τη μετατρέψει σε γαστρονομικό πείραμα. Αντίθετα, βασίζεται σε γνώριμες γεύσεις που αναδεικνύονται μέσα από σωστές πρώτες ύλες και προσεγμένη εκτέλεση.

Ντάκος, πιταράκια με χόρτο και τυρί, απάκι, χοχλιοί, σκιουφιχτά, γραβιέρα (απίθανη), ντολμαδάκια, κολοκυθοανθοί, σφακιανή πίτα και αντικριστό αποτελούν πιάτα που παραπέμπουν ευθέως στην κρητική γη, χωρίς περιττές παρεμβάσεις.

Η ρακή έχει τον δικό της ρόλο στο τραπέζι, όχι ως συνοδευτικό, αλλά ως μέρος μιας εμπειρίας που παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με την έννοια της παρέας.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το Ντελόγο δεν απευθύνεται φυσικά, μόνο στους Κρήτες της Αθήνας. Στα τραπέζια του συναντά κανείς εργαζόμενους από τα νοσοκομεία και τα γραφεία της περιοχής, κατοίκους των Αμπελοκήπων, αλλά και ανθρώπους που διασχίζουν ολόκληρη την πόλη επειδή κάποιος τους είπε πως «αξίζει να πας».

Αυτό το word of mouth, σε άπταιστα κρητικά, εξακολουθεί να είναι το ισχυρότερο μέσο προβολής του παραδοσιακού γαστρο-καφενείου και, στην περίπτωση του Ντελόγο, φαίνεται πως λειτούργησε καλύτερα από οποιαδήποτε διαφημιστική καμπάνια.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμά του. Όχι ότι έφερε την Κρήτη στην Αθήνα, αυτό το έχουν επιχειρήσει πολλοί. Αλλά ότι κατάφερε να μεταφέρει κάτι δυσκολότερο. Τον τρόπο με τον οποίο οι Κρήτες αντιλαμβάνονται το τραπέζι. Ως χώρο συνάντησης, συζήτησης και φιλοξενίας.

Και αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο στο μενού, αλλά στην αίσθηση με την οποία φεύγει ο επισκέπτης όταν σηκώνεται από το τραπέζι.