Στη Λυκαβηττού, το Κιουζίν δεν προσπαθεί να ανακαλύψει ξανά την ελληνική κουζίνα. Κάνει κάτι πιο ενδιαφέρον: παίρνει πιάτα και υλικά που ξέρουμε, τα περνά από μια πιο σύγχρονη ματιά και φτιάχνει ένα μενού που μπορεί να πάει από τον μουσακά και το κατσικάκι μέχρι ένα Black Angus flank steak.
Η ελληνική κουζίνα έχει ένα πλεονέκτημα και ένα πρόβλημα. Είναι τόσο αναγνωρίσιμη, ώστε όλοι ξέρουν περίπου τι περιμένουν να βρουν στο τραπέζι. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν ένα εστιατόριο αποφασίζει να δουλέψει πάνω σε αυτή τη γνώση χωρίς να καταλήξει ούτε στην αναπαραγωγή της κλασικής ταβέρνας ούτε σε μια υπερβολικά «πειραγμένη» εκδοχή της.
Αυτό είναι το concept του Κιουζίν, στη Λυκαβηττού 16 στο Κολωνάκι.
Το ίδιο το εστιατόριο περιγράφει τη φιλοσοφία του ως «Η Ελληνική Κουζίνα… Αλλιώς» και μιλά για ανανεωμένες παραδοσιακές συνταγές, ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ και φρέσκα υλικά.
Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να μείνεις στο slogan. Το βλέπεις στον κατάλογο.
Από τον ντάκο στο Black Angus
Το σημερινό μενού ξεκινά από πράγματα που δύσκολα χρειάζονται συστάσεις: τζατζίκι, φάβα, φέτα, ντάκος και ελληνική σαλάτα. Μόνο που αρκετά από αυτά έχουν μια διαφορετική προσέγγιση.
Ο ντάκος, για παράδειγμα, έρχεται με κριθαρένια κουλούρα, ντομάτα, ξύγαλο, ξινομυζήθρα και κρίταμο. Η ελληνική σαλάτα συνδυάζει ντομάτα, αγγούρι, πιπεριά, ελιά, κρεμμύδι, κάπαρη, φέτα και ανθότυρο με ζωμό ντομάτας.
Στα ορεκτικά, η λογική γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρη. Καταϊφένιες μπάλες τυριού με φέτα, ανθότυρο και μαρμελάδα ντομάτας, κολοκυθοκεφτέδες με γιαούρτι, κάρδαμο, κύμινο και κόλιανδρο, ψητή φέτα με ντοματίνια, πιπεριά, μπούκοβο και ρίγανη, αλλά και κροκέτα γαρίδας με γλυκόξινη σάλτσα, γλυκάνισο και μάραθο.
Και μετά έρχεται το κρέας.
Κατσικάκι στη λαδόκολλα, κόκορας κρασάτος με φλωμάρια Λήμνου και γραβιέρα Κρήτης, χοιρινό κότσι, μοσχαράκι κοκκινιστό με ξινό τραχανά και βαρελίσια φέτα, μουςακάς στο πήλινο και μπιφτέκι προβατίνας συνυπάρχουν στον ίδιο κατάλογο με ταλιάτα Black Angus 300 γραμμαρίων και porterhouse 800 γραμμαρίων.
Αυτή η συνύπαρξη είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του Κιουζίν.
Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις αν θέλεις «παραδοσιακά» ή «μοντέρνα». Μπορείς να κινηθείς ανάμεσα στα δύο.
Πιάτα που πατούν στην Ελλάδα
Το μενού δεν βασίζεται μόνο στα ονόματα των συνταγών. Η ελληνική αναφορά βρίσκεται και στις πρώτες ύλες.
Η γραβιέρα Κρήτης εμφανίζεται στον κόκορα, η βαρελίσια φέτα στο μοσχαράκι, η ξινομυζήθρα στον ντάκο, ενώ το μπιφτέκι προβατίνας σερβίρεται με πίτα, ντομάτα, μαϊντανό, κρεμμύδι και γιαούρτι αρωματισμένο με καπνιστή πάπρικα.
Παράλληλα, υπάρχουν πιο διεθνείς πινελιές, όπως η λευκή τρούφα στα μανιτάρια, η πάστα τρούφας στα σκιουφιχτά και η μαγιονέζα τρούφας με τέσσερα πιπέρια στο porterhouse.
Το αποτέλεσμα δεν είναι fusion για το θεαθήναι. Είναι περισσότερο μια προσπάθεια να παραμείνει η βάση ελληνική ενώ το πιάτο αποκτά διαφορετική ένταση και υφή.
Και για εκείνον που θέλει απλώς ένα καλό κομμάτι κρέας
Εδώ το Κιουζίν γίνεται αρκετά ενδιαφέρον για ένα ανδρικό τραπέζι.
Η ταλιάτα flank steak Black Angus 300 γραμμαρίων σερβίρεται με σάλτσα μαϊντανού και καπνιστό αλάτι, ενώ το porterhouse των 800 γραμμαρίων συνοδεύεται από μαγιονέζα τρούφας με τέσσερα πιπέρια και δενδρολίβανο.
Δεν είναι steakhouse, ούτε προσπαθεί να γίνει. Και αυτό είναι μάλλον το point. Μπορείς να πας για ελληνικό φαγητό και να παραγγείλεις κρέας χωρίς να αισθανθείς ότι άλλαξες εστιατόριο στη μέση του δείπνου.
Το ίδιο ισχύει και για τα επιδόρπια
Η ελληνική αναφορά συνεχίζεται μέχρι το τέλος. Υπάρχει μους ρυζόγαλο με σαντιγί και λευκή σοκολάτα, καρυδόπιτα με ganache montée και crumble ξηρών καρπών, πολιτικό εκμέκ με καταΐφι και κρέμα βανίλιας, αλλά και σοκολατόπιτα με σιρόπι αλμυρής καραμέλας.
Με άλλα λόγια, το μενού δεν σταματά στην «ελληνικότητα» ως concept. Την ακολουθεί μέχρι το γλυκό, αλλά αφήνει αρκετό χώρο για πιο σύγχρονες τεχνικές και συνδυασμούς.
Ένα Κολωνάκι χωρίς υπερβολική επισημότητα
Το Κιουζίν στεγάζεται σε χώρο που το ίδιο περιγράφει ως φιλικό και ζεστό, με vintage αισθητική.
Και αυτή η περιγραφή ταιριάζει περισσότερο στην ταυτότητά του από έναν βαρύ χαρακτηρισμό περί «fine dining». Πρόκειται για ένα εστιατόριο στο οποίο το φαγητό έχει τον πρώτο λόγο, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη περίσταση για να καθίσεις στο τραπέζι.
Η εικόνα αυτή υποστηρίζεται και από τις πρόσφατες αξιολογήσεις: το Tripadvisor το καταγράφει με βαθμολογία 4,5/5 από 451 κριτικές και το περιλαμβάνει στις επιλογές ελληνικής κουζίνας στο Κολωνάκι/Λυκαβηττό.
Το εστιατόριο λειτουργεί Δευτέρα έως Σάββατο από τις 12:00 έως τα μεσάνυχτα και την Κυριακή από τις 13:00 έως τις 23:00, σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του.
Το Κιουζίν, τελικά, δεν χρειάζεται να σου υποσχεθεί ότι θα σου δείξει μια «άγνωστη Ελλάδα». Η ιδέα του είναι πιο απλή και, ίσως γι’ αυτό, πιο πετυχημένη: να πάρει γνώριμες γεύσεις, να τις δουλέψει λίγο διαφορετικά και να τις βάλει σε ένα τραπέζι του κέντρου της Αθήνας χωρίς να χάσουν την καταγωγή τους.
