Το τραπέζι για έναν: Όταν το «Χριστός Ανέστη» λέγεται χαμηλόφωνα

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Υπάρχουν βράδια που η σιωπή δεν είναι απλώς απουσία ήχου. Είναι παρουσία. Κάθεται απέναντί σου, γεμίζει τον χώρο, ακουμπά πάνω στα αντικείμενα και τα κάνει να φαίνονται πιο βαριά απ’ όσο είναι. Το βράδυ της Ανάστασης είναι ένα από αυτά. Όχι για όλους. Για εκείνους που μένουν μόνοι.

Είναι ένας άνδρας σε ένα διαμέρισμα που δεν είναι ούτε μικρό ούτε μεγάλο. Απλώς επαρκές. Στρώνει τραπέζι χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, σχεδόν μηχανικά. Ένα πιάτο, ένα ποτήρι, μαχαιροπίρουνα που δεν κάνουν θόρυβο όταν ακουμπούν στο τραπεζομάντιλο. Το φαγητό υπάρχει, αλλά δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι η απουσία. Οι καρέκλες που δεν τραβήχτηκαν ποτέ, οι φωνές που δεν υψώθηκαν, το «Χριστός Ανέστη» που δεν ειπώθηκε με εκείνη τη ζεστασιά που θυμάται.

Δεν είναι απαραίτητα θλιμμένος. Αυτό είναι το περίεργο. Η μοναξιά του δεν έχει πάντα δραματικό βάρος. Μερικές φορές είναι απλώς μια κατάσταση που έφτασε αθόρυβα, μέσα από επιλογές, συγκυρίες, αποστάσεις που άνοιξαν σιγά σιγά. Φίλοι που έκαναν οικογένειες, σχέσεις που τελείωσαν χωρίς φασαρία, συγγενείς που χάθηκαν ή απομακρύνθηκαν. Και κάπως έτσι, το τραπέζι μίκρυνε μέχρι που έμεινε για έναν.

Ακούγονται από μακριά οι ήχοι της γειτονιάς. Παιδιά που γελούν, ποτήρια που τσουγκρίζουν, πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν. Είναι ένας κόσμος που συνεχίζει κανονικά, σχεδόν πεισματικά. Δεν τον ενοχλεί. Ίσως κάποτε να τον ενοχλούσε. Τώρα απλώς τον παρατηρεί, σαν να κοιτάζει μια ταινία που έχει ξαναδεί.

Ανάβει ένα κερί. Όχι από υποχρέωση, αλλά από συνήθεια. Η φλόγα τρεμοπαίζει ελαφρά, σαν να μην έχει αποφασίσει αν θέλει να σταθεί ή να σβήσει. Για λίγα δευτερόλεπτα, αυτό το μικρό φως αρκεί. Δεν γεμίζει το δωμάτιο, αλλά του δίνει ένα κέντρο. Κάτι να κοιτάζει.

Ίσως σηκώσει το ποτήρι του, σχεδόν ασυναίσθητα. Όχι για κάποιον συγκεκριμένο. Ίσως για όλους εκείνους που κάθονταν κάποτε γύρω από τραπέζια σαν αυτό. Ίσως για τον εαυτό του, όπως ήταν τότε και όπως είναι τώρα. Δεν υπάρχει μεγάλη δήλωση σε αυτή την κίνηση. Μόνο μια ήσυχη αποδοχή.

Γιατί το Πάσχα, πέρα από τα τραπέζια και τις φωνές, είναι και κάτι άλλο. Είναι μια υπενθύμιση ότι οι κύκλοι κλείνουν και ανοίγουν ξανά. Ότι η απουσία δεν είναι πάντα το τέλος. Μερικές φορές είναι η παύση πριν από κάτι που δεν έχει έρθει ακόμη.

Ο άνδρας αυτός δεν περιμένει απαραίτητα να αλλάξουν όλα την επόμενη μέρα. Δεν υπόσχεται στον εαυτό του μεγάλες ανατροπές. Απλώς κάθεται εκεί, σε ένα τραπέζι για έναν και για πρώτη φορά ίσως δεν προσπαθεί να το αποφύγει. Το κοιτάζει όπως είναι.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη σιωπή και στο χαμηλό φως, υπάρχει κάτι που μοιάζει με ηρεμία. Όχι θριαμβευτική, όχι εντυπωσιακή. Μια ήρεμη, σχεδόν ανεπαίσθητη αίσθηση ότι, ακόμα κι έτσι, η ζωή συνεχίζεται. Και ίσως αυτό, τελικά, να είναι μια μικρή μορφή ανάστασης.

Share.

Comments are closed.