Η επιστήμη παρατηρεί μια αλλαγή που μέχρι πριν από λίγα χρόνια περνούσε σχεδόν απαρατήρητη: όλο και περισσότεροι νέοι άνδρες αναζητούν βοήθεια για τη σεξουαλική τους λειτουργία. Το ερώτημα δεν είναι αν συμβαίνει. Το ερώτημα είναι γιατί.

Το 1998, όταν εγκρίθηκε το Viagra στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εικόνα που το συνόδευε ήταν σχεδόν στερεοτυπική. Άνδρες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας, με ιστορικό καρδιαγγειακών προβλημάτων ή διαβήτη, αναζητούσαν μια θεραπεία για μια κατάσταση που θεωρούνταν σχεδόν αναπόφευκτη συνέπεια της γήρανσης. Λίγοι θα στοιχημάτιζαν τότε ότι, λιγότερο από τρεις δεκαετίες αργότερα, η ίδια συζήτηση θα αφορούσε ολοένα συχνότερα άνδρες που δεν έχουν κλείσει καν τα σαράντα.

Δεν πρόκειται για δημοσιογραφική υπερβολή. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η διεθνής βιβλιογραφία καταγράφει σταθερά ένα φαινόμενο που απασχολεί ουρολόγους, ανδρολόγους, ψυχιάτρους και ειδικούς της σεξουαλικής ιατρικής: οι νεότερες ηλικίες εμφανίζονται πολύ συχνότερα στα ιατρεία για προβλήματα στύσης σε σχέση με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνδρες της Generation Z ή οι Millennials είναι βιολογικά «ασθενέστεροι» από τους πατέρες τους. Σημαίνει όμως ότι κάτι έχει αλλάξει στη σχέση τους με τη σεξουαλική λειτουργία και η αλλαγή αυτή είναι αρκετά έντονη ώστε να αποτελεί πλέον αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής έρευνας.

Η πρώτη δυσκολία για όποιον επιχειρεί να μελετήσει το φαινόμενο είναι ότι δεν υπάρχει ένας παγκόσμιος δείκτης που να καταγράφει τη στυτική δυσλειτουργία με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις χώρες. Οι ερευνητές χρησιμοποιούν διαφορετικά ερωτηματολόγια, διαφορετικούς πληθυσμούς και διαφορετικά κριτήρια αξιολόγησης. Αυτός είναι και ο λόγος που οι ειδικοί αποφεύγουν τους απόλυτους αριθμούς και προτιμούν να μιλούν για τάσεις.

Και οι τάσεις είναι δύσκολο να αγνοηθούν.

Μία από τις σημαντικότερες ανασκοπήσεις της τελευταίας δεκαετίας, που δημοσιεύθηκε στο Sexual Medicine Reviews, συγκέντρωσε τα διαθέσιμα επιδημιολογικά δεδομένα από πολλές χώρες και κατέληξε σε ένα σαφές συμπέρασμα: η στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες κάτω των 40 ετών είναι πολύ συχνότερη από ό,τι πιστευόταν μέχρι πρόσφατα. Ανάλογα με τη μεθοδολογία κάθε μελέτης, τα ποσοστά κυμαίνονται από μονοψήφια επίπεδα έως και περίπου έναν στους τρεις νέους άνδρες, γεγονός που δείχνει περισσότερο την πολυπλοκότητα του φαινομένου παρά μια απλή αύξηση της νόσου. Εκείνο που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε όλες τις δημοσιεύσεις είναι ότι οι νεότερες ηλικίες δεν αποτελούν πλέον μια σπάνια εξαίρεση. Αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας των εξειδικευμένων ιατρείων.

Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από μία από τις πιο συχνά αναφερόμενες ευρωπαϊκές μελέτες. Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας ανέλυσαν περισσότερους από 3.000 άνδρες που απευθύνθηκαν σε εξειδικευμένο κέντρο ανδρολογίας. Σχεδόν ένας στους τέσσερις ήταν κάτω των 40 ετών. Ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν το γεγονός ότι οι νεότεροι ασθενείς δεν παρουσίαζαν όλοι το ίδιο προφίλ. Ορισμένοι είχαν σαφείς οργανικούς παράγοντες κινδύνου –κάπνισμα, παχυσαρκία, υπέρταση ή διαβήτη– ενώ άλλοι ήταν κατά τα άλλα υγιείς. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τους ερευνητές σε ένα συμπέρασμα που επανέρχεται διαρκώς στη σύγχρονη βιβλιογραφία: η στυτική δυσλειτουργία στους νέους άνδρες είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο πιστευόσαμε πριν από είκοσι χρόνια.

Η εικόνα αυτή απέχει αρκετά από εκείνη που επικρατούσε στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τότε, οι περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες υπολόγιζαν ότι η στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες κάτω των 40 ετών ήταν σχετικά ασυνήθιστη και αφορούσε κυρίως περιπτώσεις σοβαρών οργανικών παθήσεων ή τραυματισμών. Σήμερα, η ίδια η επιστημονική κοινότητα αναγνωρίζει ότι οι πρώτες εκτιμήσεις πιθανότατα υποτιμούσαν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος. Όχι επειδή οι ερευνητές έκαναν λάθος, αλλά επειδή οι άνδρες μιλούσαν πολύ λιγότερο για τη σεξουαλική τους υγεία, αναζητούσαν σπανιότερα βοήθεια και συχνά απέφευγαν να συμμετέχουν σε αντίστοιχες έρευνες.

Αυτό είναι ίσως το πρώτο στοιχείο που αξίζει να κρατήσει κανείς: οι αριθμοί δεν αντικατοπτρίζουν μόνο τη βιολογία. Αντικατοπτρίζουν και την κοινωνία.

Η εμφάνιση του Viagra, λίγα χρόνια αργότερα και άλλων αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5 inhibitors), άλλαξε σημαντικά τη στάση των ανδρών απέναντι στη θεραπεία. Μέχρι τότε, πολλοί αντιμετώπιζαν τη στυτική δυσλειτουργία ως μια προσωπική αποτυχία που έπρεπε να μείνει κρυφή. Η ύπαρξη μιας αποτελεσματικής θεραπείας, σε συνδυασμό με τη σταδιακή απομυθοποίηση του θέματος, οδήγησε περισσότερους άνδρες στο ιατρείο. Αυτό αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους οι ειδικοί είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν συγκρίνουν στοιχεία διαφορετικών δεκαετιών. Η αύξηση των περιστατικών δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυξήθηκε εξίσου και η πραγματική συχνότητα της πάθησης. Σημαίνει, όμως, ότι καταγράφεται πολύ καλύτερα.

Υπάρχει όμως ακόμη μία αλλαγή που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους ερευνητές. Οι νεότεροι άνδρες που ζητούν βοήθεια σήμερα διαφέρουν ουσιαστικά από τους ασθενείς που έβλεπαν οι ουρολόγοι πριν από τριάντα χρόνια.

Στους μεγαλύτερους σε ηλικία άνδρες, η στυτική δυσλειτουργία αποτελεί συχνά την αναμενόμενη συνέπεια της αθηροσκλήρωσης, της υπέρτασης, του διαβήτη ή άλλων αγγειακών παθήσεων. Στους νεότερους, η εικόνα είναι πολύ λιγότερο προβλέψιμη. Σε αρκετές περιπτώσεις συνυπάρχουν οργανικοί παράγοντες, αλλά εξίσου συχνά οι εξετάσεις δεν αποκαλύπτουν κάποιο προφανές παθολογικό εύρημα. Αυτή ακριβώς η διαφοροποίηση έχει οδηγήσει την έρευνα σε ένα νέο ερώτημα: μήπως η σύγχρονη ανδρική σεξουαλική υγεία επηρεάζεται περισσότερο από παράγοντες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν δευτερεύοντες;

Η απάντηση δεν είναι ακόμη οριστική. Είναι όμως εντυπωσιακό ότι σχεδόν όλες οι πρόσφατες ανασκοπήσεις καταλήγουν στο ίδιο σημείο: η στυτική λειτουργία δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από την καρδιολογία ή την ενδοκρινολογία. Οι επιστήμονες μιλούν για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, όπου το αγγειακό σύστημα, οι ορμόνες, η ψυχική υγεία, οι διαταραχές ύπνου, η παχυσαρκία, η σωματική δραστηριότητα, το χρόνιο στρες και οι κοινωνικές προσδοκίες αλληλεπιδρούν συνεχώς μεταξύ τους.

Με άλλα λόγια, η στύση δεν αποτελεί απλώς μια μηχανική λειτουργία του σώματος. Είναι ένας από τους πιο ευαίσθητους δείκτες της συνολικής υγείας ενός άνδρα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία αυτής της ιστορίας. Γιατί όσο περισσότερο προχωρά η έρευνα, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την απλοϊκή ερώτηση «γιατί ένας νέος άνδρας χρειάζεται Viagra;» και στρέφεται σε μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα: τι μας λέει η σεξουαλική λειτουργία για τον τρόπο που ζουν οι άνδρες του 21ου αιώνα;

Από το στρες μέχρι την «χημική αυτοπεποίθηση» – Τι γνωρίζει πραγματικά η επιστήμη

Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα στο οποίο συγκλίνουν σχεδόν όλες οι μεγάλες μελέτες της τελευταίας δεκαπενταετίας, είναι ότι η στυτική δυσλειτουργία στους νεότερους άνδρες δεν εξηγείται με έναν μόνο παράγοντα. Η εικόνα του τριαντάρη που δυσκολεύεται στη σεξουαλική του ζωή επειδή είναι «αγχωμένος» είναι εξίσου απλουστευτική με την παλιά αντίληψη ότι το πρόβλημα αφορά αποκλειστικά άνδρες με καρδιαγγειακές παθήσεις.

Οι ερευνητές χρησιμοποιούν πλέον έναν όρο που εμφανίζεται όλο και συχνότερα στη βιβλιογραφία: πολυπαραγοντική αιτιολογία. Πρόκειται για ένα βιολογικό και ψυχολογικό παζλ, όπου κάθε κομμάτι επηρεάζει το επόμενο.

Η στύση είναι, στην πραγματικότητα, μία από τις πιο πολύπλοκες λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού. Για να συμβεί, πρέπει να συνεργαστούν ο εγκέφαλος, το νευρικό σύστημα, οι ορμόνες, τα αιμοφόρα αγγεία και οι λείοι μύες του πέους. Αρκεί μία μόνο από αυτές τις αλυσίδες να διαταραχθεί ώστε να επηρεαστεί ολόκληρος ο μηχανισμός.

Αυτό εξηγεί γιατί οι γιατροί σήμερα αντιμετωπίζουν τη στυτική δυσλειτουργία περισσότερο ως ένα σύμπτωμα παρά ως μια αυτόνομη πάθηση.

Το σώμα πολλές φορές προειδοποιεί πριν από την καρδιά

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εξελίξεις των τελευταίων ετών αφορά τη σχέση της στυτικής δυσλειτουργίας με την καρδιαγγειακή υγεία.

Τα αγγεία που τροφοδοτούν το πέος έχουν διάμετρο περίπου ένα έως δύο χιλιοστά, σημαντικά μικρότερη από εκείνη των στεφανιαίων αρτηριών. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια ήπια βλάβη του ενδοθηλίου –του λεπτού στρώματος που καλύπτει το εσωτερικό των αγγείων– μπορεί να επηρεάσει πρώτα τη στύση και πολύ αργότερα να εμφανιστεί ως καρδιαγγειακό επεισόδιο.

Η θεωρία αυτή, γνωστή ως artery size hypothesis, έχει επιβεβαιωθεί από πολλές κλινικές μελέτες. Σε αρκετούς άνδρες, η στυτική δυσλειτουργία προηγείται κατά τρία έως πέντε χρόνια της διάγνωσης στεφανιαίας νόσου. Για τον λόγο αυτό, τόσο η Ευρωπαϊκή όσο και η Αμερικανική Ουρολογική Εταιρεία συνιστούν πλήρη μεταβολικό και καρδιαγγειακό έλεγχο όταν ένας νέος άνδρας εμφανίζει επίμονη δυσκολία στύσης, ακόμη κι αν αισθάνεται κατά τα άλλα υγιής.

Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα περισσότερα επιστημονικά άρθρα χαρακτηρίζουν τη στυτική δυσλειτουργία ως «παράθυρο» για την έγκαιρη διάγνωση καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η τεστοστερόνη δεν είναι η εύκολη απάντηση

Στη δημόσια συζήτηση, σχεδόν κάθε πρόβλημα της ανδρικής σεξουαλικής υγείας αποδίδεται στην τεστοστερόνη. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη.

Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες επισημαίνουν ότι ο υπογοναδισμός μπορεί πράγματι να επηρεάσει τη libido και τη σεξουαλική λειτουργία, όμως αποτελεί σχετικά μικρό ποσοστό των περιπτώσεων στους νέους άνδρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα επίπεδα τεστοστερόνης βρίσκονται μέσα στα φυσιολογικά όρια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ορμόνες δεν έχουν σημασία. Σημαίνει ότι η εξήγηση «φταίει η χαμηλή τεστοστερόνη» είναι συνήθως ανεπαρκής όταν χρησιμοποιείται χωρίς ολοκληρωμένη ιατρική αξιολόγηση.

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής αφήνει αποτύπωμα

Από τα στοιχεία που συγκεντρώνονται τα τελευταία χρόνια, προκύπτει ότι οι παράγοντες του σύγχρονου τρόπου ζωής φαίνεται να παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από όσο πιστευόταν.

Η παχυσαρκία, η καθιστική ζωή, η χρόνια έλλειψη ύπνου, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα και η μειωμένη φυσική δραστηριότητα επηρεάζουν την αγγειακή λειτουργία, αυξάνουν τη φλεγμονή και μεταβάλλουν τον μεταβολισμό της γλυκόζης. Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί συνδέονται με τη στυτική λειτουργία.

Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλές από αυτές τις επιδράσεις είναι αναστρέψιμες.

Κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι η απώλεια βάρους, η συστηματική άσκηση και η μεσογειακή διατροφή μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τη στυτική λειτουργία σε αρκετούς άνδρες χωρίς καμία φαρμακευτική παρέμβαση. Δεν πρόκειται για εναλλακτική ιατρική ούτε για θεωρίες ευεξίας· πρόκειται για δεδομένα που επαναλαμβάνονται με αξιοσημείωτη συνέπεια στη διεθνή βιβλιογραφία.

Το άγχος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια

Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν το άγχος μια ψυχολογική κατάσταση. Για τη στύση, όμως, είναι και βιολογική.

Όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση συνεχούς στρες, ενεργοποιείται το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και αυξάνεται η παραγωγή κορτιζόλης και κατεχολαμινών. Ο οργανισμός προετοιμάζεται για επιβίωση, όχι για αναπαραγωγή.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι ειδικοί μιλούν για performance anxiety και όχι απλώς για «άγχος». Ένας άνδρας που ανησυχεί μήπως αποτύχει σε μία σεξουαλική επαφή μπορεί να ενεργοποιήσει έναν φαύλο κύκλο: η πρώτη αποτυχία γεννά φόβο, ο φόβος αυξάνει την πιθανότητα νέας αποτυχίας και τελικά το πρόβλημα παγιώνεται, ακόμη και όταν δεν υπάρχει οργανική αιτία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία αποτελεί πλέον μέρος των διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών για συγκεκριμένες μορφές ψυχογενούς στυτικής δυσλειτουργίας.

Η πορνογραφία: Περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις

Ελάχιστα ζητήματα έχουν προκαλέσει τόσο θόρυβο όσο η σχέση της διαδικτυακής πορνογραφίας με τη στυτική δυσλειτουργία.

Στο διαδίκτυο η υπόθεση παρουσιάζεται συχνά ως αποδεδειγμένο γεγονός. Στην επιστημονική βιβλιογραφία, όμως, η εικόνα είναι πολύ πιο συγκρατημένη.

Υπάρχουν μελέτες που καταγράφουν συσχέτιση μεταξύ υπερβολικής κατανάλωσης πορνογραφικού υλικού και αυξημένων προβλημάτων στύσης ή μειωμένης σεξουαλικής ικανοποίησης. Υπάρχουν όμως και εξίσου αξιόπιστες μελέτες που δεν επιβεβαιώνουν αιτιώδη σχέση.

Η κρατούσα επιστημονική άποψη σήμερα είναι ότι η πορνογραφία πιθανόν λειτουργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας σε ορισμένους άνδρες, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με άγχος επίδοσης, κοινωνική απομόνωση ή υπερβολικές προσδοκίες γύρω από το σεξ. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή δεδομένα ώστε να θεωρηθεί η μοναδική ή η βασική αιτία της αύξησης των περιστατικών.

Η διαφορά αυτή έχει σημασία, γιατί διαχωρίζει την επιστήμη από την ηθικολογία.

Όταν το φάρμακο γίνεται ψυχολογικό δεκανίκι

Ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή της τελευταίας δεκαετίας να μην αφορά τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας αλλά τη χρήση των ίδιων φαρμάκων από άνδρες που δεν έχουν διαγνωσμένη δυσλειτουργία.

Οι αναστολείς PDE5 –με γνωστότερα παραδείγματα τη σιλδεναφίλη και την ταδαλαφίλη– αναπτύχθηκαν ως θεραπεία για συγκεκριμένες ιατρικές ενδείξεις. Σήμερα, όμως, οι ερευνητές καταγράφουν ένα διαφορετικό φαινόμενο: νέοι άνδρες χρησιμοποιούν τα φάρμακα αυτά προληπτικά, όχι επειδή αδυνατούν να επιτύχουν στύση, αλλά επειδή φοβούνται μήπως δεν τα καταφέρουν.

Πρόκειται για μια ουσιαστική μετατόπιση.

Το φάρμακο δεν χρησιμοποιείται πλέον μόνο για να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Χρησιμοποιείται για να εξαλείψει την πιθανότητα του προβλήματος.

Οι ψυχίατροι περιγράφουν το φαινόμενο ως μια μορφή «χημικής αυτοπεποίθησης». Όχι επειδή τα φάρμακα δημιουργούν φαρμακολογική εξάρτηση –δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο– αλλά επειδή ορισμένοι άνδρες αρχίζουν να πιστεύουν ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν φυσιολογικά χωρίς αυτά.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι διεθνείς επιστημονικές εταιρείες αποθαρρύνουν τη χρήση τους χωρίς ιατρική αξιολόγηση.

Περισσότερη γνώση, λιγότερες βεβαιότητες

Η εύκολη αφήγηση λέει ότι οι σημερινοί άνδρες αντιμετωπίζουν περισσότερα προβλήματα από τους πατέρες τους.

Η επιστήμη δεν το λέει.

Αυτό που λέει είναι ότι σήμερα γνωρίζουμε περισσότερα, καταγράφουμε περισσότερα και συζητάμε περισσότερο για ένα θέμα που παρέμενε για δεκαετίες αόρατο. Παράλληλα, ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου η παχυσαρκία αυξάνεται, ο ύπνος μειώνεται, το χρόνιο στρες αποτελεί καθημερινότητα και η αναζήτηση υψηλών επιδόσεων επεκτείνεται ακόμη και στη σεξουαλική ζωή.

Το ερώτημα, επομένως, ίσως δεν είναι γιατί ένας τριαντάρης σκέφτεται το Viagra.

Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί ένας κατά τα άλλα υγιής άνδρας αισθάνεται ότι χρειάζεται μια φαρμακευτική επιβεβαίωση για μια λειτουργία που το σώμα του είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, απολύτως ικανό να επιτελέσει.

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε ένα χάπι. Και όσο προχωρά η έρευνα, τόσο περισσότερο φαίνεται ότι δεν βρίσκεται ούτε σε μία μόνο αιτία.