Σίντνεϊ Πουατιέ: Ο άνθρωπος που κατάφερε να νικήσει τα Χολιγουντιανά στερεότυπα

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Η πιο σημαντική αμερικανική ταινία του 2017, και ο πιο αξιόλογος διάδοχος του “Moonlight” για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, ήταν το “Get Out”, ένα ψυχολογικό θρίλερ και μια αντιρατσιστική σάτιρα για μια λευκή γυναίκα που φέρνει τον μαύρο φίλο της στο σπίτι για να συναντήσει τους γονείς της. Πρόκειται για ένα αριστούργημα με άψογο ρυθμό και με απόλυτα αντιληπτή την υποκρισία της λευκής ελίτ, αλλά και μια κραυγή ενάντια στις ημι-καμουφλαρισμένες προκαταλήψεις.

Η πλοκή θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί αντίστοιχη του “Guess Who’s Coming To Dinner”, μια ταινία ορόσημο που κυκλοφόρησε μισό αιώνα πριν, με παρόμοια συμβολική αναπαράσταση της παραπάνω γενιάς. Αν και στο “Get Out” χρησιμοποιήθηκαν έξυπνα οι ηθοποιοί σε προοδευτικούς συνδυάσμους (Κάθριν Κίνερ και Μπράντλεϊ Γουίτφορντ), στο “Guess Who’s Coming To Dinner” είδαμε τους κορυφαίους Κάθριν Χέπμπορν και Σπένσερ Τρέισι, σύμβολα της βιομηχανίας του Χόλιγουντ, οι οποίοι γοητεύτηκαν με την ευγένεια, την ευφυΐα και την αυτοσυγκράτηση του κορυφαίου μαύρου ηθοποιού της εποχής. Αυτός ο ηθοποιός ήταν ο Σίντνεϊ Πουατιέ.

© Silver Screen Collection / Getty Images / Ideal Image

Ο Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς έδωσε στον Πουατιέ τον πρώτο αξιοσημείωτο ρόλο του στην μεγάλη οθόνη, ως έναν γιατρό που μετατρέπεται σε έναν ρατσιστή κακοποιό στο “No Way Out” (1950), μια ταινία που κορυφώνεται με τη ατάκα “Μην κλαις λευκό αγόρι. Θα ζήσεις”. Η ερμηνεία του τον οδήγησε σε περισσότερους ρόλους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αξιοσημείωτοι, σε σχέση με εκείνους που προσέφεραν σε άλλους Αφροαμερικανούς ηθοποιούς της περιόδου. Καθιερώθηκε με τη συμμετοχή του στην ταινία “Blackboard Jungle” (1955), όπου έπαιξε έναν επαναστατικό μαθητή που υπερασπίζεται τον φιλελεύθερο δάσκαλο του σε ένα καυγά με μαχαίρια εναντίον ενός βίαιου μαθητή, μια ασυνήθιστα σκληρή σκηνή που προμήνυε και τον δικό του επερχόμενο ρόλο ως καθηγητή.

Χαρισματικός και καθησυχαστικός, ο Πουατιέ πρωτοστάτησε στην διαφυλετική φιλία στην οθόνη. Στο “Edge of the City” (1957), κάνει φίλο του τον περιπλανόμενο Τζον Κασαβέτις, ενώ σώζει την ζωή του Τόνι Κέρτις, του ρατσιστή κρατουμένου με τον οποίο είναι αλυσοδεμένος, στο “The Defiant Ones” του Στάνλεϊ Κράμερ, έναν ρόλο για τον οποίο έλαβε υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου και κέρδισε ένα BAFTA και ένα Berlin Silver Bear. Στην πιο καλαίσθητη ταινία του, το “Paris Blues” (1961), ο Πουατιέ βγαίνει διπλό ραντεβού με τον Πωλ Νιούμαν και παίζει τζαζ μουσική με τον Λούις Άρμστρονγκ.

© Bettmann / Getty Images / Ideal Image

Ο Πουατιέ εξήγησε ότι, όταν ξεκίνησε, οι ρόλοι για τους μαύρους ηθοποιούς ήταν “πάντα αρνητικοί, χαζοί και πολύ αδύναμοι. Αυτό ήταν το υπόβαθρο όταν ήρθα πριν από 20 χρόνια και επέλεξα να μην συμμετάσχω στα στερεότυπα… Έχω τέσσερα παιδιά… Πηγαίνουν να δουν ταινίες όλη την ώρα, αλλά σπάνια βλέπουν τον εαυτό τους να αντανακλάται μέσα σε αυτές.”

Ο πολυτεχνίτης ήρωας του Χόμερ, χτίζει ένα παρεκκλήσι για πέντε μοναχές στο “Lilies of the Field” (1963), μια ταινία που φαίνεται λίγο γλυκανάλατη τώρα, αλλά για την οποία ο Πουατιέ έγινε ο πρώτος μαύρος που κέρδισε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, κερδίζοντας τους Ρεξ Χάρισον, Ρίτσαρντ Χάρις, Άλμπερτ Φίνεϊ και Πωλ Νιούμαν. Παίρνοντας το βραβείο του από την Αν Μπάνκροφτ, ευχαρίστησε “αμέτρητους ανθρώπους”. Παρά τη νίκη του ο Πουατιέ, φοβόταν ότι η Κινηματογραφική Βιομηχανία του παραχώρησε το βραβείο μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσει τα πλήθη και για να του απαγορεύσει μεγαλύτερες και σημαντικότερες απαιτήσεις στο μέλλον. Παρόμοιο, αν και λίγο υπερβολικό, ήταν το “A Patch of Blue” (1965), στο οποίο μια τυφλή γυναίκα ερωτεύεται τον Πουατιέ, αγνοώντας ότι είναι μαύρος, παρά την οργή της μητέρας της.

Το “In the Heat of the Night” (1967) δίνει στον Πουατιέ μια ακόμα πιο δυνατη στιγμή. Με μουσική από τον Κουίνσι Τζόουνς, είναι μια ταινία σταθμός στην αστυνομική κινηματογραφική μυθολογία, ενώ διαθέτει εξαιρετική άψογα λιτή και στιλιζαρισμένη κινηματογράφηση δίχως εφέ από τον Νορμαν Τζουισον. Ο Πουατιέ παίζει τον Βέρτζιλ Τιμπς, έναν ντετέκτιβ που συνεργάζεται με τον προκατειλλημένο αρχηγό της αστυνομίας, Ροντ Στάιγκερ. Δύο στιγμές της ταινίας έγιναν θρυλικές. Όταν ο Στάιγκερ χαστούκισε τον Πουατιέ, ο Πουατιέ τον χαστούκισε πίσω. Στη συνέχεια, αφού ο Στάιγκερ τον ρωτά πως τον αποκαλούν και από όπου προέρχεται, ο Πουατιέ απαντά με βαριά φωνή: “Με αποκαλούν κύριο Τιμπς!”

Εκείνη την εποχή, οι δύο τελευταίες ταινίες του απορρίφθηκαν σε ορισμένες συνοικίες για την αίσθηση του λευκού φιλελεύθερισμού. Αλλά ήταν ακόμα πρωτοποριακές και πρωτοφανείς οι απεικονίσεις ορισμένων σκηνών και συμπεριφορών στην mainstream ταινία, σε μια χρονιά όπου το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ μόλις είχε αποφανθεί ότι οι νόμοι κατά των μεικτών γάμων ήταν αντισυνταγματικοί.

© Axelle/Bauer-Griffin / Getty Images / Ideal Image

Δάσκαλος, γιατρός, αστυνομικός, ο ίδιος ο Πουατιέ κατηγορήθηκε ότι είχε τυποποιηθεί σε εξιδανικευμένους ρόλους Αφροαμερικανών, στους οποίους δεν επιτρεπόταν να έχουν σεξουαλικά ή προσωπικά πάθη και ελαττώματα. Ο Πουατιέ είχε αντιληφθεί αυτό που συνέβαινε, αλλά αμφιταλαντευόταν πάνω στο θέμα: αφενός ήθελε μεγαλύτερη ποικιλία ρόλων, αφετέρου ήθελε να αποτινάξει το στερεότυπο με το οποίο παρουσίαζε η κινηματογραφική βιομηχανία τους μαύρους.

Ο σύγχρονος κριτικός του “μαύρου” κινηματογράφου, Ντόναλντ Μπογκλ, είπε ότι οι χαρακτήρες του “μιλούσαν σωστά αγγλικά και ήταν ντυμένοι συντηρητικά” και ήταν “σχεδόν αποστειρωμένοι… Το τέλειο όνειρο για τους λευκούς φιλελεύθερους που επιθυμούν να έχουν καλεσμένο ένα έγχρωμο άτομο για μεσημεριανό γεύμα ή δείπνο”. Όπως είπε ο Πουατιέ “Είμαι ο μόνος νέγρος που εργάζεται με οποιοδήποτε βαθμό δυσκολίας. Περιμένετε μέχρι να μείνουν έξι από εμάς, τότε ένας από εμάς θα μπορεί να παίζει κακοποιούς όλη την ώρα.”

Share.

Comments are closed.