Ο Gabor Maté προσεγγίζει τον εθισμό πέρα από την ίδια τη συνήθεια, αναζητώντας όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτή. Από την υπερβολική δουλειά μέχρι το ποτό και την αδιάκοπη χρήση του κινητού, η οπτική του ανοίγει μια συζήτηση που αφορά τον σύγχρονο άνδρα.
Ο Καναδός γιατρός και συγγραφέας έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος του έργου του στη σχέση ανάμεσα στον ψυχικό πόνο, τις τραυματικές εμπειρίες και τις εξαρτήσεις. Η προσέγγισή του αμφισβητεί την ιδέα ότι αρκεί να σταματήσει κανείς μια προβληματική συμπεριφορά, χωρίς να εξετάσει τι τον οδηγεί σε αυτή. Δεν αποτελεί τη μοναδική επιστημονική ερμηνεία του εθισμού, θέτει όμως ένα ουσιαστικό ερώτημα: πότε μια συνήθεια παύει να είναι επιλογή και γίνεται τρόπος διαφυγής από όσα δυσκολευόμαστε να αντιμετωπίσουμε;
Ποιος είναι ο Gabor Maté και τι υποστηρίζει
Ο Gabor Maté είναι συνταξιούχος Καναδός γιατρός, ομιλητής και συγγραφέας με διεθνή παρουσία. Για χρόνια εργάστηκε ως οικογενειακός γιατρός, ενώ αργότερα ασχολήθηκε με ανθρώπους που αντιμετώπιζαν εξάρτηση από ουσίες και σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας στο Downtown Eastside του Βανκούβερ. Η κλινική του εμπειρία αποτέλεσε τη βάση για μεγάλο μέρος της δουλειάς του.
Στο In the Realm of Hungry Ghosts, ένα από τα γνωστότερα βιβλία του, εξετάζει τον εθισμό μέσα από τις ιστορίες ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Στο The Myth of Normal στρέφεται ευρύτερα στη σχέση ανάμεσα στο τραύμα, το κοινωνικό περιβάλλον και την υγεία. Στα υπόλοιπα έργα του, όπως τα When the Body Says No, Scattered Minds και Hold On to Your Kids, ασχολείται με το χρόνιο στρες, τη ΔΕΠΥ και την ανάπτυξη των παιδιών.
Παράλληλα, έχει αναπτύξει τη μέθοδο Compassionate Inquiry, μια προσέγγιση που χρησιμοποιεί τη θεραπευτική συζήτηση για να διερευνήσει τα συναισθήματα, τις πεποιθήσεις και τις εμπειρίες που ενδέχεται να επηρεάζουν τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου.
Η κεντρική ιδέα του Maté είναι ότι ορισμένες εξαρτήσεις δεν εξηγούνται επαρκώς αν εξετάσουμε μόνο την ουσία ή τη συμπεριφορά. Χρειάζεται να δούμε και τη λειτουργία που επιτελούν στη ζωή του ανθρώπου: αν, για παράδειγμα, προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση από το άγχος, τη μοναξιά, τη ντροπή ή μια επώδυνη εμπειρία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εθισμός έχει την ίδια αφετηρία ή ότι όλοι όσοι έχουν βιώσει τραύμα θα αναπτύξουν εξάρτηση. Ούτε ότι η βιολογία, η γενετική προδιάθεση και οι νευρολογικοί μηχανισμοί είναι δευτερεύοντες. Η προσέγγιση του Maté αναδεικνύει μια σημαντική διάσταση του προβλήματος, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της ολοκληρωμένη επιστημονική εξήγηση ούτε υποκαθιστά την κλινική αξιολόγηση.
Γιατί δεν αρκεί να σταματήσεις μια συνήθεια
Σύμφωνα με τον Maté, ο εθισμός μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος αντιμετώπισης μιας δυσφορίας που το άτομο δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί διαφορετικά. Η προσωρινή ανακούφιση ενισχύει τη συμπεριφορά, η οποία επαναλαμβάνεται και σταδιακά μπορεί να γίνει δύσκολο να ελεγχθεί.
Η εξήγηση αυτή δεν καλύπτει κάθε περίπτωση, αλλά φωτίζει μια πλευρά που συχνά παραβλέπεται: μια συμπεριφορά μπορεί να προσφέρει άμεση ανακούφιση και ταυτόχρονα να δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα μακροπρόθεσμα.
Η επιστημονική συζήτηση γύρω από τον εθισμό παραμένει σύνθετη. Η εξάρτηση συνδέεται με αλλαγές στη λειτουργία του εγκεφάλου, με την επίδραση των ουσιών, με γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, αλλά και με τις εμπειρίες ζωής. Το τραύμα αποτελεί αναγνωρισμένο παράγοντα κινδύνου, όχι όμως αναγκαία και επαρκή αιτία για την ανάπτυξη εθισμού.
Αυτή η διάκριση έχει σημασία. Αν αντιμετωπίζεις κάθε εξάρτηση αποκλειστικά ως έλλειψη αυτοελέγχου, κινδυνεύεις να αγνοήσεις όσα τη συντηρούν. Αν, από την άλλη, αποδίδεις κάθε προβληματική συμπεριφορά σε ένα κρυμμένο τραύμα, κινδυνεύεις να παραβλέψεις άλλους παράγοντες και να καταλήξεις σε μια εξήγηση που δεν ισχύει για όλους.
Η δουλειά, το κινητό και το ποτό ως τρόποι διαφυγής
Η συζήτηση αποκτά ενδιαφέρον όταν μεταφέρεται από τις σοβαρές κλινικές εξαρτήσεις στην καθημερινότητα. Όχι επειδή κάθε υπερβολή είναι εθισμός, αλλά επειδή ορισμένες συνήθειες μπορούν να αποκτήσουν έναν ρόλο που ξεπερνά την αρχική τους χρησιμότητα.
Σκέψου, για παράδειγμα, τον άνδρα που μένει στο γραφείο πολύ περισσότερο απ’ όσο απαιτεί η δουλειά του. Μπορεί να τον κινητοποιούν οι φιλοδοξίες, οι οικονομικές υποχρεώσεις ή η ευθύνη απέναντι στην οικογένειά του. Μπορεί, όμως, η συνεχής απασχόληση να τον βοηθά και να αποφεύγει σκέψεις ή προβλήματα που δεν θέλει να αντιμετωπίσει.
Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβαίνει με το κινητό. Ο έλεγχος των μηνυμάτων, των ειδήσεων και των αθλητικών αποτελεσμάτων μετατρέπεται εύκολα σε αυτόματη κίνηση, ακόμη και όταν δεν υπάρχει κάτι που χρειάζεται πραγματικά να δεις. Το ατελείωτο σκρολάρισμα προσφέρει διαρκή ερεθίσματα και αποσπά την προσοχή, χωρίς απαραίτητα να σε ξεκουράζει.
Το ίδιο ισχύει για το ποτό μετά τη δουλειά. Ένα ποτήρι μπορεί να είναι μέρος μιας κοινωνικής συνήθειας ή μιας στιγμής απόλαυσης. Όταν, όμως, γίνεται ο μοναδικός τρόπος να χαλαρώσεις ή νιώθεις ότι δεν μπορείς να τελειώσεις τη μέρα σου χωρίς αυτό, αξίζει να εξετάσεις τι έχει αλλάξει.
Καμία από αυτές τις συμπεριφορές δεν αρκεί από μόνη της για να τεθεί διάγνωση εθισμού. Το κρίσιμο στοιχείο είναι αν υπάρχει απώλεια ελέγχου, αν η συμπεριφορά συνεχίζεται παρά τις αρνητικές συνέπειες και αν επηρεάζει την υγεία, τις σχέσεις ή την καθημερινή λειτουργικότητα.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν δουλεύεις πολλές ώρες, αν κοιτάζεις συχνά το κινητό ή αν πίνεις ένα ποτό. Είναι τι ρόλο έχουν αποκτήσει αυτές οι συνήθειες στη ζωή σου και αν μπορείς να τις περιορίσεις όταν το αποφασίσεις.
Τι δείχνουν τα δεδομένα για την Ελλάδα
Η συζήτηση για τον εθισμό δεν χρειάζεται υπερβολές. Τα διαθέσιμα στοιχεία αρκούν για να δείξουν ότι ορισμένοι παράγοντες κινδύνου παραμένουν σημαντικοί στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με το Country Health Profile 2025, η κατανάλωση αλκοόλ στην Ελλάδα έφτασε τα 6,6 λίτρα καθαρής αλκοόλης ανά ενήλικο το 2022, έναντι 9,8 λίτρων κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χαμηλότερη συνολική κατανάλωση, ωστόσο, δεν αποκλείει την επιβλαβή χρήση ούτε αποτυπώνει από μόνη της τον τρόπο με τον οποίο πίνουν διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού.
Στο κάπνισμα, η εικόνα είναι λιγότερο ευνοϊκή. Τα συγκρίσιμα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2025 καταγράφουν καθημερινό κάπνισμα στο 24,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα, έναντι 14,8% κατά μέσο όρο στις χώρες του Οργανισμού. Πρόκειται για διαφορετικό δείκτη από τη συνολική χρήση καπνού, γι’ αυτό και τα σχετικά ποσοστά δεν πρέπει να συγχέονται.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι οι συγκεκριμένες συμπεριφορές αποτελούν από μόνες τους εθισμό. Δείχνουν, όμως, γιατί έχει σημασία να εξετάζουμε όχι μόνο πόσο συχνά επαναλαμβάνεται μια συνήθεια, αλλά και τις συνέπειές της.
Η πίεση να είσαι πάντα ο δυνατός
Ο Maté δεν έχει διατυπώσει κάποια ειδική θεωρία για τους Έλληνες άνδρες. Η συζήτηση, ωστόσο, αγγίζει ένα γνώριμο ζήτημα: την προσδοκία ότι ένας άνδρας πρέπει να είναι αποτελεσματικός, αυτάρκης και διαθέσιμος να διαχειρίζεται τα πάντα χωρίς να δείχνει ότι δυσκολεύεται.
Η πίεση αυτή δεν αφορά όλους με τον ίδιο τρόπο. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, η δουλειά γίνεται μέτρο προσωπικής αξίας, η εξάντληση αντιμετωπίζεται ως απόδειξη αφοσίωσης και η αναζήτηση βοήθειας αναβάλλεται μέχρι τα προβλήματα να γίνουν δύσκολο να αγνοηθούν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένες συνήθειες μπορεί να περνούν απαρατήρητες ακριβώς επειδή είναι κοινωνικά αποδεκτές. Ένα τσιγάρο στο διάλειμμα, το ποτό κάθε βράδυ ή η ανάγκη να παραμένεις συνεχώς απασχολημένος δεν προκαλούν απαραίτητα ανησυχία στους γύρω σου. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν πάντοτε τον ίδιο ρόλο ή ότι αποτελούν αυτομάτως πρόβλημα.
Η οπτική του Maté προσφέρει έναν τρόπο να εξετάσεις αυτές τις συμπεριφορές χωρίς να τις δικαιολογείς και χωρίς να τις αντιμετωπίζεις ως προσωπική αποτυχία. Η κατανόηση των αιτιών δεν αναιρεί την ευθύνη για τις συνέπειες. Μπορεί, όμως, να βοηθήσει να αναγνωρίσεις τι χρειάζεται να αλλάξει και ποια υποστήριξη θα ήταν χρήσιμη.
Πέντε ερωτήσεις που αξίζει να κάνεις στον εαυτό σου
Η Compassionate Inquiry είναι μια συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση και όχι μια λίστα ερωτήσεων αυτοβοήθειας. Οι παρακάτω ερωτήσεις, ωστόσο, μπορούν να λειτουργήσουν ως αφετηρία για να παρατηρήσεις τις συνήθειές σου με μεγαλύτερη ακρίβεια.
1. Τι αισθάνομαι πριν καταφύγω σε αυτή τη συμπεριφορά;
Πριν ανοίξεις μηχανικά το κινητό ή σερβίρεις άλλο ένα ποτό, παρατήρησε τι έχει προηγηθεί. Μήπως υπάρχει ένταση, πλήξη, θυμός ή άγχος; Δεν χρειάζεται να βρεις αμέσως την απάντηση. Αρκεί να αρχίσεις να αναγνωρίζεις τη σύνδεση ανάμεσα στη διάθεσή σου και στη συμπεριφορά.
2. Τι δυσκολεύομαι να αντιμετωπίσω όταν δεν το κάνω;
Σκέψου τι συμβαίνει όταν δεν έχεις τη συνηθισμένη διέξοδο. Μπορεί να εμφανιστεί ανησυχία, εκνευρισμός ή απλώς η επιθυμία να γεμίσεις τον χρόνο σου. Αυτές οι αντιδράσεις δεν αποδεικνύουν εθισμό, αλλά μπορούν να σου δώσουν πληροφορίες για τον ρόλο της συνήθειας.
3. Πότε άρχισε να γίνεται απαραίτητη;
Θυμήσου αν η συμπεριφορά άλλαξε σε κάποια περίοδο αυξημένης πίεσης, απώλειας ή μεγάλης αλλαγής στη ζωή σου. Η χρονική σύνδεση δεν αποδεικνύει την αιτία, αλλά μπορεί να βοηθήσει να καταλάβεις πώς μια συνήθεια απέκτησε μεγαλύτερη σημασία.
4. Μπορώ να την περιορίσω όταν το αποφασίζω;
Παρατήρησε αν οι προσπάθειές σου να μειώσεις τη συμπεριφορά έχουν αποτέλεσμα ή αν επανέρχεσαι σε αυτή παρά τις συνέπειες. Η δυσκολία περιορισμού είναι ένα στοιχείο που αξίζει προσοχή, όχι λόγος να βάλεις μόνος σου μια διαγνωστική ετικέτα.
5. Θα μπορούσα να μιλήσω σε κάποιον γι’ αυτό;
Αν δυσκολεύεσαι να παραδεχτείς ότι μια συνήθεια σε προβληματίζει, σκέψου τι σε κρατά πίσω. Φοβάσαι την κριτική, την έκθεση ή το ενδεχόμενο να χάσεις τον έλεγχο; Μια ειλικρινής συζήτηση με άνθρωπο που εμπιστεύεσαι ή με ειδικό ψυχικής υγείας μπορεί να σε βοηθήσει να δεις πιο καθαρά την κατάσταση.
Πότε μια συνήθεια χρειάζεται περισσότερη προσοχή
Η συχνότητα δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει μια συμπεριφορά ως εθισμό. Σημασία έχουν ο έλεγχος, οι συνέπειες και ο βαθμός στον οποίο επηρεάζονται η καθημερινότητα και οι σχέσεις σου.
Αν έχεις επανειλημμένα προσπαθήσει να περιορίσεις μια συμπεριφορά χωρίς αποτέλεσμα, αν συνεχίζεις παρά τα προβλήματα που προκαλεί ή αν η χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών επηρεάζει την υγεία και τη λειτουργικότητά σου, είναι σκόπιμο να απευθυνθείς σε επαγγελματία υγείας. Δεν χρειάζεται να έχεις εντοπίσει κάποιο συγκεκριμένο τραύμα ούτε να έχεις καταλήξει μόνος σου στο τι συμβαίνει για να ζητήσεις βοήθεια.
Η συμβολή του Gabor Maté βρίσκεται κυρίως στην επιμονή του να εξετάζουμε τι εξυπηρετεί μια συμπεριφορά και ποιες εμπειρίες μπορεί να συνδέονται μαζί της. Η προσέγγισή του δεν εξηγεί κάθε περίπτωση ούτε αντικαθιστά όσα γνωρίζουμε για τη βιολογία και την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων. Προσθέτει, όμως, μια χρήσιμη ερώτηση στη συζήτηση: όχι μόνο πώς θα σταματήσει μια συνήθεια, αλλά και γιατί έγινε τόσο δύσκολο να την αποχωριστεί κανείς.
