Δεν υπήρξε ποτέ ο ηθοποιός που διεκδικούσε το κέντρο της σκηνής. Κι όμως, επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο επιβλητικούς παρουσιαστικά ηθοποιούς της γενιάς του. Η ιστορία του είναι ένα μάθημα για το πώς η δύναμη συχνά κρύβεται σε όσα δεν λέγονται.
Αν επιχειρούσε κανείς να εξηγήσει την καριέρα του Benicio Del Toro με τους συνηθισμένους κανόνες του Χόλιγουντ, μάλλον θα δυσκολευόταν. Δεν υπήρξε ποτέ ο κλασικός πρωταγωνιστής, ούτε ο ηθοποιός που βασίστηκε στη γοητεία, στη δημοσιότητα ή στην ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο.
Κι όμως, εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, καταφέρνει κάτι που ελάχιστοι πετυχαίνουν: να αφήνει ισχυρότερο αποτύπωμα από ανθρώπους που διαθέτουν περισσότερο χρόνο στην οθόνη, περισσότερες ατάκες και συχνά μεγαλύτερη θέση στους τίτλους τέλους.
Η πορεία του αποτελεί ένα ενδιαφέρον μάθημα όχι μόνο υποκριτικής, αλλά και παρουσίας. Γιατί ο Del Toro δεν κυριαρχεί μέσω της έντασης. Κυριαρχεί μέσω του βάρους.
Το 1989, στο Licence to Kill, εμφανίζεται ως Dario, ένας από τους εκτελεστές του καρτέλ που βρίσκεται απέναντι στον James Bond. Πρόκειται για έναν ρόλο που, θεωρητικά, δεν προσφέρει πολλά περισσότερα από φυσική απειλή και μερικές σύντομες ατάκες. Κι όμως, παρατηρώντας την ταινία σήμερα, μπορεί κανείς να διακρίνει στοιχεία της υποκριτικής προσωπικότητας που θα αναπτυσσόταν τα επόμενα χρόνια.
Ο Del Toro δεν αντιμετωπίζει τον χαρακτήρα ως λειτουργικό εξάρτημα της πλοκής. Του προσδίδει μια απρόβλεπτη ενέργεια, μια αίσθηση ότι πίσω από κάθε βλέμμα και κάθε χαμόγελο κρύβεται κάτι πιο σκοτεινό από όσα απαιτεί το σενάριο.
Έξι χρόνια αργότερα, στο The Usual Suspects, αυτή η προσέγγιση αποκτά πλέον ξεκάθαρη μορφή. Ο Del Toro υποδύεται τον Fenster, έναν χαρακτήρα που δεν αποτελεί τον αφηγηματικό άξονα της ιστορίας, αλλά καταφέρνει να διαθέτει δυσανάλογα μεγάλη παρουσία. Με τη χαρακτηριστική, σχεδόν ακατάληπτη άρθρωσή του και έναν τρόπο ερμηνείας που ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και την απειλή, δημιουργεί μια φιγούρα που τραβά αβίαστα την προσοχή του θεατή.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η επιτυχία του δεν προέρχεται από την προσπάθεια να ξεχωρίσει. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Del Toro μοιάζει να λειτουργεί σαν να μην τον ενδιαφέρει αν θα τον προσέξεις. Και αυτή η αδιαφορία γίνεται τελικά το πιο ισχυρό στοιχείο της παρουσίας του.
Η θεσμική αναγνώριση έρχεται το 2000 με το Traffic του Steven Soderbergh. Στον ρόλο του Μεξικανού αστυνομικού Javier Rodriguez κινείται μέσα σε ένα σύνθετο κινηματογραφικό σύμπαν γεμάτο μεγάλους πρωταγωνιστές και παράλληλες αφηγήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ερμηνεία του παραμένει το συναισθηματικό κέντρο βάρους της ταινίας.
Ο Del Toro δεν στηρίζεται σε θεαματικά ξεσπάσματα ούτε σε μεγάλους μονολόγους. Η δύναμή του βρίσκεται στην οικονομία των μέσων. Συχνά αρκεί ένα βλέμμα ή μια μικρή παύση για να αποδώσει περισσότερα από όσα θα μπορούσε να μεταφέρει μια σελίδα διαλόγου. Η βράβευσή του με το Όσκαρ και το BAFTA Β΄ Ανδρικού Ρόλου μοιάζει να αναγνωρίζει ακριβώς αυτή την ιδιότητα: την ικανότητα να επιβάλλεται χωρίς να επιδεικνύεται.
Στο Traffic γίνεται απολύτως σαφές ότι η δύναμη του Del Toro δεν πηγάζει από την εξωστρέφεια αλλά από τον εσωτερικό του ρυθμό. Υπάρχει πάντοτε η αίσθηση ότι πίσω από τον χαρακτήρα εκτείνεται ένας ολόκληρος κόσμος που ο θεατής μπορεί να διαισθανθεί, αλλά ποτέ να γνωρίσει πλήρως.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στο Sicario του Denis Villeneuve, αυτή η μέθοδος φτάνει ίσως στην πιο ολοκληρωμένη έκφρασή της. Ως Alejandro, μια φιγούρα που κινείται ανάμεσα στην εκδίκηση, τη βία και την ηθική αμφισημία, ο Del Toro δημιουργεί έναν χαρακτήρα που δεν εξηγεί σχεδόν ποτέ τον εαυτό του. Δεν αναζητά κατανόηση, δεν ζητά συμπάθεια και δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις.
Η παρουσία του λειτουργεί σχεδόν σαν φυσικό φαινόμενο. Όταν βρίσκεται στο κάδρο, η ένταση ανεβαίνει ακόμη κι αν δεν συμβαίνει τίποτα εμφανές. Ο Alejandro αποτελεί την πιο ώριμη εκδοχή μιας υποκριτικής φιλοσοφίας που ο Del Toro υπηρετεί επί δεκαετίες: λιγότερες λέξεις, μικρότερες κινήσεις, βαθύτερο αποτύπωμα.
Θα ήταν βέβαια λάθος να υποστηρίξει κανείς ότι η δύναμή του περιορίζεται στους δεύτερους ρόλους. Στο Che του Steven Soderbergh αναλαμβάνει να σηκώσει σχεδόν μόνος του ένα φιλόδοξο κινηματογραφικό εγχείρημα που εκτείνεται σε περισσότερες από τέσσερις ώρες. Ακόμη και εκεί, όμως, δεν αλλάζει μέθοδο. Δεν καταφεύγει σε θεατρικές κορυφώσεις ούτε αναζητά εύκολους τρόπους ηρωοποίησης. Παραμένει πιστός στην ίδια βασική αρχή: ελεγχόμενη ενέργεια, σωματική ακρίβεια και πλήρης απουσία της ανάγκης να γίνει αρεστός.
Αυτό που καθιστά τον Del Toro τόσο ενδιαφέρουσα φιγούρα σήμερα δεν είναι μόνο το υποκριτικό του ταλέντο. Είναι το γεγονός ότι εκπροσωπεί μια διαφορετική αντίληψη για την επιρροή και την παρουσία σε μια εποχή που επιβραβεύει διαρκώς την έκθεση. Η δημόσια σφαίρα μοιάζει να λειτουργεί με την παραδοχή ότι όποιος μιλά περισσότερο, προβάλλεται περισσότερο και εμφανίζεται συχνότερα αποκτά αυτομάτως μεγαλύτερη σημασία.
Η καριέρα του Del Toro προτείνει το αντίθετο. Η αξία δεν προκύπτει αναγκαστικά από τη συχνότητα της παρουσίας, αλλά από την ποιότητά της. Δεν έχει σημασία μόνο πόσο συχνά εμφανίζεσαι. Σημασία έχει τι συμβαίνει όταν εμφανίζεσαι.
Σε κάθε επαγγελματικό περιβάλλον, σε κάθε ομάδα και σε κάθε κοινωνικό κύκλο, υπάρχει μια εμφανής διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που γεμίζει τον χώρο με θόρυβο και σε εκείνον που αλλάζει τη δυναμική του δωματίου μόλις περάσει την πόρτα. Ο πρώτος απαιτεί την προσοχή. Ο δεύτερος την κερδίζει.
Ο Benicio Del Toro δεν είναι πρότυπο προς άκριτη μίμηση ούτε κάποιος γκουρού της σιωπηλής επιτυχίας. Είναι, όμως, μια σπάνια υπενθύμιση ότι η πραγματική επιρροή δεν ταυτίζεται πάντα με την προβολή. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να ξεχωρίζει. Επειδή, σε έναν κόσμο που ανταμείβει όσους μιλούν αδιάκοπα, εκείνος εξακολουθεί να αποδεικνύει τη δύναμη όσων δεν χρειάζεται να υψώσουν τη φωνή τους για να ακουστούν.
Τελικά, το μέγεθος ενός ανθρώπου δεν κρίνεται από το πόσο χώρο καταλαμβάνει, αλλά από το ειδικό βάρος που αποκτά ο χώρος όταν εκείνος βρίσκεται μέσα.