Ace Hotel Athens: Το ξενοδοχείο που έγινε η πιο ενδιαφέρουσα καλοκαιρινή συνήθεια της Αθήνας

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr +

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το αθηναϊκό καλοκαίρι ακολουθούσε μια σχεδόν τελετουργική διαδρομή: παραλία το πρωί, νησί το Σαββατοκύριακο, επιστροφή στην πόλη μόνο από ανάγκη. Σήμερα, η Αθηναϊκή Ριβιέρα γράφει ένα διαφορετικό κεφάλαιο. Νέα ξενοδοχεία, εστιατόρια και χώροι φιλοξενίας δεν απευθύνονται μόνο στους επισκέπτες της πόλης, αλλά επανασυστήνουν την ίδια την Αθήνα στους κατοίκους της. Και λίγες αφίξεις αποτυπώνουν αυτή τη μετατόπιση τόσο χαρακτηριστικά όσο το Ace Hotel & Swim Club Athens.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Ace Hotel Athens δεν είναι ότι έφερε ένα ακόμη διεθνές όνομα στην Αθηναϊκή Ριβιέρα. Είναι ότι κατάφερε να κάνει κάτι πολύ δυσκολότερο: να πείσει τους Αθηναίους να αντιμετωπίσουν ένα ξενοδοχείο σαν μέρος της καθημερινότητάς τους.

Στην παραδοσιακή λογική της φιλοξενίας, το ξενοδοχείο αποτελεί τον τελικό προορισμό ενός ταξιδιώτη. Στην περίπτωση του Ace, η διαμονή είναι μόνο μία από τις εκφάνσεις της εμπειρίας. Η πραγματική επιτυχία του, όμως, μετριέται στους ανθρώπους που περνούν την είσοδό του χωρίς βαλίτσα. Έρχονται για έναν καφέ, μια βουτιά, ένα δείπνο, ένα DJ set ή απλώς για να συναντήσουν φίλους. Το ξενοδοχείο παύει να είναι προορισμός διαμονής και γίνεται τόπος συνάντησης.

Αυτή η φιλοσοφία δεν αποτελεί ελληνική προσαρμογή. Είναι ο πυρήνας της ταυτότητας του Ace Hotel από την πρώτη ημέρα της διεθνούς παρουσίας του. Από το Σιάτλ και τη Νέα Υόρκη μέχρι το Κιότο και το Σίδνεϊ, το brand επένδυσε στη δημιουργία ξενοδοχείων που λειτουργούν ως πολιτιστικοί κόμβοι, φιλοξενώντας μουσικές βραδιές, εικαστικές δράσεις, συνεργασίες με δημιουργούς και γαστρονομικές εμπειρίες που απευθύνονται εξίσου στους κατοίκους κάθε πόλης όσο και στους επισκέπτες της.

Η άφιξή του στην Αθήνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι πρόκειται για το πρώτο Ace Hotel στην Ελλάδα και μόλις το δεύτερο Ace Hotel & Swim Club διεθνώς, μετά το Palm Springs. Η επιλογή της Γλυφάδας μόνο τυχαία δεν ήταν. Η περιοχή συγκεντρώνει σήμερα όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αναζητά το brand: αστικό χαρακτήρα, έντονη κοινωνική ζωή, άμεση σχέση με τη θάλασσα και μια γενιά επισκεπτών που αντιμετωπίζει το ξενοδοχείο όχι ως καταφύγιο απομόνωσης, αλλά ως σημείο συνάντησης.

Ένα κτίριο της δεκαετίας του ’70 που απέκτησε ξανά λόγο ύπαρξης

Η ιστορία του Ace ξεκινά πολύ πριν από τα εγκαίνιά του. Το ξενοδοχείο στεγάζεται στο πρώην Fenix Hotel, ένα χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής που διαμόρφωσε την εικόνα της Αθηναϊκής Ριβιέρας τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Αντί να επιλέξει την εύκολη λύση της κατεδάφισης και της ανοικοδόμησης, η Ace επέλεξε την επανερμηνεία.

Το γαλλικό αρχιτεκτονικό γραφείο Ciguë διατήρησε τον μοντερνιστικό χαρακτήρα του κτιρίου, ενσωματώνοντας στοιχεία που παραπέμπουν στην ελληνική αρχιτεκτονική του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, αλλά με μια σύγχρονη, ανεπιτήδευτη ματιά. Το αποτέλεσμα δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με υπερβολές ούτε να αναπαράγει μια εξιδανικευμένη νοσταλγία για την παλιά Ριβιέρα. Αντίθετα, δημιουργεί ένα περιβάλλον που δείχνει διαχρονικό, σαν να εξελίχθηκε φυσικά μαζί με την ίδια τη Γλυφάδα.

Τα 120 δωμάτια ακολουθούν την ίδια φιλοσοφία. Ξύλο, φυσικά υλικά, χειροποίητες λεπτομέρειες, έργα τέχνης και προσεκτικά επιλεγμένα αντικείμενα συνθέτουν μια αισθητική που αποφεύγει τη φλύαρη πολυτέλεια. Δεν προσπαθεί να κερδίσει τον επισκέπτη με μια φωτογραφία. Προτιμά να τον κερδίσει με την αίσθηση που αφήνει όταν κλείσει πίσω του η πόρτα του δωματίου.

Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη διαφορά του Ace από πολλές πρόσφατες ξενοδοχειακές αφίξεις στην Αθήνα. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει από το πρώτο λεπτό. Προτιμά να σε κάνει να αισθανθείς ότι ανήκεις στον χώρο. Αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί — και πιθανότατα πολύ πιο ουσιαστικό.

Το Swim Club που μετατρέπει μια βουτιά σε αφορμή για να μείνεις όλη μέρα

Αν υπάρχει ένας χώρος που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του Ace Hotel Athens, αυτός είναι η πισίνα. Όχι επειδή είναι η μεγαλύτερη ή η πιο εντυπωσιακή της πόλης, αλλά επειδή λειτουργεί με έναν τρόπο που μέχρι πρόσφατα έλειπε από την αθηναϊκή πραγματικότητα.

Το Swim Club δεν αντιμετωπίζει την πισίνα ως προνόμιο αποκλειστικά των επισκεπτών του ξενοδοχείου. Αντίθετα, την εντάσσει στη ζωή της πόλης, δίνοντας –ανάλογα με τη διαθεσιμότητα– τη δυνατότητα πρόσβασης και σε όσους δεν διαμένουν στο ξενοδοχείο. Έτσι, μια απλή καλοκαιρινή έξοδος μπορεί να αποκτήσει τη χαλαρότητα ενός μικρού city break, χωρίς να χρειαστεί να φύγεις από την Αθήνα.

Αυτό, όμως, είναι μόνο η αρχή. Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, ο χώρος αλλάζει διαρκώς χαρακτήρα. Το πρωινό έχει χαμηλούς ρυθμούς, ανθρώπους που δουλεύουν με το laptop δίπλα στην πισίνα ή συναντιούνται για brunch. Το απόγευμα η ένταση ανεβαίνει, ενώ όσο πλησιάζει το ηλιοβασίλεμα, η μουσική αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο.

Και εδώ βρίσκεται μια ακόμη ουσιαστική διαφορά από τα περισσότερα ξενοδοχεία της Ριβιέρας. Η μουσική δεν λειτουργεί ως διακοσμητική λεπτομέρεια. Είναι στοιχείο της ταυτότητας του χώρου. Το Ace φιλοξενεί σταθερά μουσικά concepts, resident DJs, θεματικά πάρτι και συνεργασίες με καλλιτέχνες της εγχώριας και διεθνούς ηλεκτρονικής σκηνής, δημιουργώντας ένα πρόγραμμα που εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν. Δεν πρόκειται για μια σειρά μεμονωμένων events, αλλά για μια συνειδητή προσπάθεια να αποκτήσει η πόλη έναν νέο τόπο συνάντησης γύρω από τη μουσική και την κοινωνική εμπειρία.

Η πισίνα παύει να λειτουργεί ως ξενοδοχειακή παροχή και αποκτά τον χαρακτήρα αστικού προορισμού. Είναι ένας από τους λίγους χώρους στην Αθήνα όπου τουρίστες και κάτοικοι μοιράζονται την ίδια εμπειρία χωρίς να αισθάνονται ότι ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Γίνεται ένας από τους λόγους για τους οποίους κάποιος επιλέγει να βρεθεί στη Γλυφάδα, ακόμη κι αν το σπίτι του βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα μακριά.

Όταν πέφτει ο ήλιος, η εμπειρία μεταφέρεται στην ταράτσα

Η μετάβαση από την ημέρα στη νύχτα γίνεται σχεδόν ανεπαίσθητα. Καθώς η ένταση γύρω από την πισίνα υποχωρεί, το ενδιαφέρον μεταφέρεται στον τελευταίο όροφο, εκεί όπου το Sora έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες νέους γαστρονομικούς προορισμούς της Αθηναϊκής Ριβιέρας.

Με πανοραμική θέα προς τον Σαρωνικό, το rooftop εστιατόριο δεν επενδύει μόνο στην εικόνα. Η κουζίνα του κινείται σε pan-Asian κατεύθυνση, με ιαπωνικές επιρροές, δημιουργικά πιάτα για μοίρασμα και ένα cocktail πρόγραμμα που συνομιλεί με τη φιλοσοφία του χώρου. Ξεχωριστή θέση κατέχει και η λίστα με sake, μία από τις πιο προσεγμένες που μπορεί να συναντήσει κανείς σήμερα στην Αθήνα.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι το Sora δεν λειτουργεί ως συμπλήρωμα του ξενοδοχείου. Έχει αποκτήσει τη δική του δυναμική, προσελκύοντας επισκέπτες που ίσως δεν έχουν περάσει ποτέ από το lobby του Ace. Σε μια πόλη όπου τα rooftop bars και restaurants πολλαπλασιάζονται, το Sora αποφεύγει τις υπερβολές και επενδύει στη συνολική εμπειρία: επενδύει στη λεπτομέρεια: τον διακριτικό φωτισμό, τη μουσική που δεν επιβάλλεται στη συζήτηση, το προσεγμένο service και μια αίσθηση ανεπιτήδευτης κομψότητας που ταιριάζει περισσότερο σε διεθνή μητρόπολη παρά σε έναν ακόμη «instagramικό» προορισμό.

Αυτή η ισορροπία είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμά του. Δεν προσπαθεί να γίνει το πιο θορυβώδες σημείο της Ριβιέρας. Προτιμά να γίνει εκείνο στο οποίο θα θέλεις να επιστρέψεις. Και, πολλές φορές, αυτή είναι η πιο δύσκολη μορφή επιτυχίας.

Δεν είναι άλλο ένα πολυτελές ξενοδοχείο – Είναι ένα διαφορετικό μοντέλο πόλης

Για χρόνια, η συζήτηση γύρω από την Αθηναϊκή Ριβιέρα περιστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την πολυτέλεια. Νέα resorts, επενδύσεις εκατομμυρίων, μαρίνες, branded residences και διεθνή ξενοδοχειακά ονόματα συνέθεσαν μια εικόνα που απευθυνόταν κυρίως στον επισκέπτη υψηλού εισοδήματος. Η επιτυχία μετριόταν με αστέρια, ιδιωτικές παραλίες και αποκλειστικές υπηρεσίες.

Το Ace Hotel Athens δεν αμφισβητεί αυτή την πορεία. Απλώς επιλέγει να κινηθεί σε μια διαφορετική κατεύθυνση.

Αντί να δημιουργήσει έναν κόσμο αποκομμένο από την πόλη, επιδιώκει να γίνει μέρος της. Αντί να υψώσει τα όρια ανάμεσα στον επισκέπτη και τον κάτοικο της Αθήνας, τα κάνει πιο διαπερατά. Το αποτέλεσμα είναι ένα ξενοδοχείο που δεν λειτουργεί μόνο ως τόπος διαμονής, αλλά ως καθημερινός προορισμός. Ένα σημείο όπου μπορεί κανείς να περάσει λίγες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα, χωρίς να αισθάνεται ότι βρίσκεται σε έναν χώρο που δεν τον αφορά.

Αυτή η λογική ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη από οποιαδήποτε αρχιτεκτονική ή αισθητική επιλογή. Γιατί ανταποκρίνεται σε μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε πλέον τις πόλεις. Οι σύγχρονες μητροπόλεις δεν κρίνονται μόνο από τα μνημεία ή τα ξενοδοχεία τους, αλλά από την ικανότητά τους να δημιουργούν χώρους όπου διαφορετικές κοινότητες συνυπάρχουν: ταξιδιώτες, κάτοικοι, δημιουργοί, επαγγελματίες, άνθρωποι που αναζητούν απλώς ένα ευχάριστο μέρος για να βρεθούν μετά τη δουλειά.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια αρκετά από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία συνάντησης της πόλης βρίσκονται πλέον μέσα σε ξενοδοχεία. Η φιλοξενία παύει να αφορά αποκλειστικά όσους ταξιδεύουν και μετατρέπεται σταδιακά σε μέρος της αστικής ζωής. Το Ace είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής. Όχι επειδή έλειπε η δημιουργικότητα ή η ζήτηση, αλλά επειδή η ξενοδοχειακή αγορά παρέμενε για χρόνια προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον επισκέπτη. Τα τελευταία χρόνια αυτό αλλάζει. Νέα ξενοδοχεία, εστιατόρια και πολιτιστικοί χώροι σχεδιάζονται με τη λογική ότι πρέπει να ενταχθούν στην καθημερινότητα της πόλης και όχι να λειτουργούν ως απομονωμένες νησίδες φιλοξενίας. Το Ace είναι ίσως η πιο ολοκληρωμένη έκφραση αυτής της μετάβασης στην Αθηναϊκή Ριβιέρα.

Δεν σημαίνει ότι απευθύνεται σε όλους. Ούτε ότι φιλοδοξεί να γίνει το νέο «στέκι» κάθε Αθηναίου. Η αισθητική του είναι συγκεκριμένη, το κοινό του έχει σαφές προφίλ και η εμπειρία που προσφέρει παραμένει premium. Ωστόσο, η πολυτέλεια εδώ δεν εκφράζεται μέσα από την επίδειξη ή την απόσταση. Εκφράζεται μέσα από την ποιότητα του σχεδιασμού, την επιμέλεια των λεπτομερειών και την αίσθηση ότι κάθε στοιχείο έχει λόγο ύπαρξης.

Ίσως αυτό να είναι και το στοιχείο που εξηγεί γιατί το Ace έχει ήδη καταφέρει να αποκτήσει τη δική του θέση στη σύγχρονη αθηναϊκή σκηνή. Δεν στηρίζεται στην υπερβολή ούτε στην ανάγκη να εντυπωσιάσει. Προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο να ζήσεις την πόλη το καλοκαίρι: να ξεκινήσεις τη μέρα σου δίπλα στην πισίνα, να συναντήσεις φίλους για ένα ποτό καθώς πέφτει ο ήλιος, να δειπνήσεις με θέα τον Σαρωνικό και, κυρίως, να επιστρέψεις στο κέντρο έχοντας την αίσθηση ότι έκανες μια μικρή απόδραση χωρίς να φύγεις ποτέ από την Αθήνα.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη επιτυχία του. Όχι στο ότι έφερε ένα ακόμη διεθνές ξενοδοχειακό brand στην ελληνική πρωτεύουσα, αλλά στο ότι συνέβαλε να αποκτήσει η Αθηναϊκή Ριβιέρα κάτι που της έλειπε: έναν προορισμό που δεν ζει αποκλειστικά για τους ταξιδιώτες, αλλά και για τους ίδιους τους κατοίκους της πόλης.

Share.

Comments are closed.