Οι περισσότερες ώρες δουλειάς δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Η μόνιμη διαθεσιμότητα, τα θολά όρια και η κουλτούρα του «αντέχω» κάνουν το burnout στην Ελλάδα να μοιάζει διαφορετικό. Και οι καλοκαιρινές διακοπές, όσο απαραίτητες κι αν είναι, δεν αρκούν για να το διορθώσουν.

Λίγες εβδομάδες πριν από τον Αύγουστο, το ίδιο έργο παίζεται σχεδόν σε κάθε ελληνικό γραφείο. Τα deadlines πυκνώνουν, τα email συνεχίζουν να φτάνουν μέχρι αργά το βράδυ και η φράση «να το κλείσουμε πριν φύγουμε» ακούγεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Θεωρητικά, οι διακοπές πλησιάζουν. Στην πράξη, όμως, για πολλούς εργαζόμενους ο Ιούλιος είναι ο πιο απαιτητικός μήνας του χρόνου.

Κάπου εκεί αρχίζει και η μεγάλη παρεξήγηση. Η εξάντληση βαφτίζεται «κούραση της εποχής», η ευερεθιστότητα αποδίδεται στη ζέστη και η μόνιμη αίσθηση ότι δεν προλαβαίνεις τίποτα αντιμετωπίζεται σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό. Η πιο συνηθισμένη φράση είναι επίσης η πιο επικίνδυνη: «Θα ξεκουραστώ στις διακοπές.»

Μόνο που το burnout δεν λειτουργεί έτσι.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) δεν αντιμετωπίζει το burnout ως μια γενική ψυχική κατάσταση ούτε ως συνώνυμο της κόπωσης. Το περιγράφει ως φαινόμενο που συνδέεται αποκλειστικά με το χρόνιο εργασιακό στρες το οποίο δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και το ορίζει μέσα από τρεις βασικές διαστάσεις: έντονη εξάντληση ή αίσθημα ενεργειακής κένωσης, αυξημένη ψυχική απόσταση ή κυνισμό απέναντι στην εργασία και μειωμένη επαγγελματική αποτελεσματικότητα.

Η διάκριση δεν είναι λεπτομέρεια. Έχει σημασία.

Στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε συχνά εκφράσεις όπως «είμαι λιώμα», «δεν αντέχω άλλο» ή «θα συνέλθω μόλις πάρω άδεια». Είναι ένας εύκολος τρόπος να περιγράψουμε την πίεση, όχι όμως και να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Το burnout δεν διορθώνεται με ένα Σαββατοκύριακο εκτός πόλης ούτε εξαφανίζεται επειδή έκλεισες για λίγες ημέρες τον φορητό υπολογιστή. Είναι μια κατάσταση που χτίζεται αργά, μέσα από μήνες συνεχούς πίεσης, και σχετίζεται κυρίως με τον τρόπο που είναι οργανωμένη η εργασία — όχι με το αν ξύπνησες στραβά μια Τρίτη πρωί.

Γιατί στην Ελλάδα η εξουθένωση έχει τη δική της υπογραφή

Το ελληνικό burnout δεν εξηγείται μόνο από τις πολλές ώρες δουλειάς. Εξηγείται από έναν ολόκληρο τρόπο εργασίας.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα υψηλότερα ποσοστά εργαζομένων που απασχολούνται πάνω από 49 ώρες την εβδομάδα, ενώ τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι οι Έλληνες παραμένουν μεταξύ εκείνων που εργάζονται τις περισσότερες πραγματικές ώρες ετησίως στις χώρες του οργανισμού. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο ποσοτικό.

Η πραγματική πίεση κρύβεται στα θολά όρια της καθημερινότητας.

Είναι το μήνυμα που φτάνει στις 22:30 με τη γνωστή εισαγωγή «δεν είναι επείγον, αλλά αν μπορείς…». Είναι η τηλεδιάσκεψη που ξεκινά λίγο πριν σχολάσεις. Είναι το κινητό που παραμένει μόνιμα ανοιχτό, γιατί ποτέ δεν ξέρεις ποιος μπορεί να χρειαστεί κάτι. Και είναι η σιωπηρή πεποίθηση ότι ο «καλός επαγγελματίας» είναι διαθέσιμος σχεδόν οποιαδήποτε στιγμή.

Ο Ιούλιος κάνει αυτή τη νοοτροπία ακόμη πιο έντονη.

Καθώς πλησιάζει ο Αύγουστος, πολλές ομάδες προσπαθούν να ολοκληρώσουν έργα, να κλείσουν εκκρεμότητες και να προλάβουν προθεσμίες πριν αρχίσουν οι άδειες. Αντί να λειτουργεί ως μεταβατική περίοδος προς την ξεκούραση, ο μήνας μετατρέπεται συχνά σε έναν αγώνα δρόμου. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: αρκετοί εργαζόμενοι φτάνουν στις διακοπές ήδη εξαντλημένοι, περιμένοντας από δύο εβδομάδες ανάπαυσης να διορθώσουν αυτό που συσσωρευόταν επί μήνες.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη, λιγότερο ορατή διάσταση.

Στην ελληνική κουλτούρα η υπερκόπωση συχνά αντιμετωπίζεται σχεδόν ως παράσημο. Το να δουλεύεις ασταμάτητα θεωρείται ένδειξη υπευθυνότητας. Το να είσαι συνεχώς διαθέσιμος εκλαμβάνεται ως επαγγελματισμός. Και το να παραδεχτείς ότι έχεις φτάσει στα όριά σου εύκολα παρερμηνεύεται ως αδυναμία.

Έτσι, η εξουθένωση κανονικοποιείται. Δεν παρουσιάζεται ως πρόβλημα που χρειάζεται αντιμετώπιση, αλλά ως αναπόφευκτο τίμημα της επιτυχίας. Και ίσως αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ελληνικού burnout: δεν μας εξαντλεί μόνο ο όγκος της δουλειάς. Μας εξαντλεί μια κουλτούρα που έχει μάθει να θεωρεί φυσιολογικό το να είσαι διαρκώς κουρασμένος.

Η αόρατη πλευρά του burnout: Γιατί πολλοί άνδρες το βαφτίζουν απλώς «πίεση»

Υπάρχει ένας λόγος που πολλοί άνδρες αργούν να αναγνωρίσουν ότι έχουν φτάσει στα όριά τους: έχουν μάθει να θεωρούν την αντοχή μέρος της ταυτότητάς τους.

Το πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τις κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από την αρρενωπότητα δείχνει ότι τα παραδοσιακά πρότυπα του «άνδρα που αντέχει» λειτουργούν συχνά ως εμπόδιο στην αναζήτηση βοήθειας. Όχι επειδή οι άνδρες δεν βιώνουν ψυχική επιβάρυνση, αλλά επειδή δυσκολεύονται περισσότερο να τη μεταφράσουν σε κάτι που αξίζει να αντιμετωπιστεί.

Στην ελληνική πραγματικότητα αυτό παίρνει πολύ συγκεκριμένη μορφή.

Ο κυνισμός απέναντι στη δουλειά παρουσιάζεται ως επαγγελματικός ρεαλισμός. Η μόνιμη εξάντληση βαφτίζεται «δύσκολη περίοδος». Η πτώση της απόδοσης αποδίδεται στην εποχή ή στη ζέστη. Και η σκέψη να μιλήσει κάποιος σε έναν ειδικό αναβάλλεται συνεχώς, γιατί «δεν είναι και τόσο σοβαρό».

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται το burnout όταν ξεκινά. Το αναγνωρίζουν μόνο όταν έχει αρχίσει να επηρεάζει τη δουλειά, τις σχέσεις ή ακόμη και την υγεία τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο ΟΟΣΑ, στο Country Health Profile για την Ελλάδα, επισημαίνει πως οι ανάγκες ψυχικής φροντίδας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτες, ενώ το κοινωνικό στίγμα εξακολουθεί να λειτουργεί αποτρεπτικά. Η δυσκολία δεν είναι μόνο η πρόσβαση στις υπηρεσίες. Είναι και η κουλτούρα που αντιμετωπίζει την ψυχική εξάντληση ως κάτι που πρέπει να ξεπεράσεις μόνος σου.

Πέντε κινήσεις πριν φτάσει ο Αύγουστος

Καμία από τις παρακάτω πρακτικές δεν «θεραπεύει» το burnout. Αν η εξουθένωση έχει ήδη εγκατασταθεί, χρειάζεται ουσιαστική αντιμετώπιση και, σε αρκετές περιπτώσεις, υποστήριξη από ειδικό.

Μπορούν όμως να λειτουργήσουν ως έγκαιρο φρένο πριν η κατάσταση γίνει η νέα σου καθημερινότητα.

1. Βάλε μικρές παύσεις μέσα στη μέρα — όχι μόνο στο ημερολόγιο των διακοπών

Η εξουθένωση δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Χτίζεται λίγο λίγο, μέσα από εβδομάδες ή μήνες συνεχούς πίεσης. Με τον ίδιο τρόπο χτίζεται και η αποκατάσταση.

Ένα δεκαπεντάλεπτο χωρίς οθόνη, ένα σύντομο περπάτημα μετά το μεσημεριανό ή ακόμη και ένα γεύμα μακριά από το γραφείο δεν μοιάζουν αρκετά για να αλλάξουν την κατάσταση. Κι όμως, βοηθούν να διακοπεί ο φαύλος κύκλος της συνεχούς εγρήγορσης. Δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά μειώνουν τη συσσώρευση.

2. Όρισε πότε τελειώνει πραγματικά η εργάσιμη ημέρα

Το να απαντάς σε email στις 23:00 δεν αποδεικνύει ότι είσαι πιο αφοσιωμένος. Συνήθως αποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν όρια.

Διάλεξε μια συγκεκριμένη ώρα μετά την οποία κλείνεις τις επαγγελματικές εφαρμογές και προσπάθησε να την τηρήσεις με συνέπεια. Στην αρχή θα μοιάζει παράξενο — ειδικά αν έχεις συνηθίσει να είσαι διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή. Με τον καιρό, όμως, θα συνειδητοποιήσεις ότι οι περισσότερες «επείγουσες» υποθέσεις μπορούν να περιμένουν μέχρι το επόμενο πρωί.

3. Μην προσπαθήσεις να τα τελειώσεις όλα πριν φύγεις

Είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική ελληνική παγίδα του Ιουλίου.

Όσο πλησιάζουν οι άδειες, η λίστα των εκκρεμοτήτων μοιάζει να μεγαλώνει αντί να μικραίνει. Η αυθόρμητη αντίδραση είναι να προσπαθήσεις να τα προλάβεις όλα.

Συνήθως δεν γίνεται.

Αντί να αντιμετωπίζεις όλες τις υποχρεώσεις ως εξίσου επείγουσες, χώρισέ τες σε τρεις κατηγορίες: εκείνες που πρέπει οπωσδήποτε να ολοκληρωθούν πριν φύγεις, εκείνες που μπορούν να περιμένουν και εκείνες που, αν είμαστε ειλικρινείς, δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν και απλώς χρειάζονται μια συνειδητή απόφαση να διαγραφούν.

Η τελευταία κατηγορία είναι συχνά και η πιο απελευθερωτική.

4. Δοκίμασε μικρά διαστήματα πραγματικής αποσύνδεσης

Δεν χρειάζεται να εξαφανιστείς από τον ψηφιακό κόσμο.

Αρκεί να πάψεις να είσαι συνεχώς διαθέσιμος.

Ξεκίνα με κάτι απλό: ένα βράδυ την εβδομάδα χωρίς επαγγελματικά email, εταιρικά chats ή ειδοποιήσεις από την εργασία. Στόχος δεν είναι να αποδείξεις ότι μπορείς να μείνεις offline. Στόχος είναι να ανακαλύψεις πόσα από όσα θεωρούσες επείγοντα τελικά δεν χρειάζονταν την άμεση προσοχή σου.

5. Μην περιμένεις να καταρρεύσεις για να ζητήσεις βοήθεια

Το burnout δεν εμφανίζεται απαραίτητα ως έντονη θλίψη ή κρίση πανικού.

Πιο συχνά εκδηλώνεται αθόρυβα.

Με έναν επίμονο κυνισμό απέναντι στη δουλειά. Με συναισθηματικό μούδιασμα. Με μια αίσθηση ότι τίποτα δεν σε κινητοποιεί όπως παλιά. Ή με μια πτώση της απόδοσης που δεν εξηγείται από κάποιο συγκεκριμένο γεγονός.

Αν αναγνωρίζεις αυτά τα σημάδια στον εαυτό σου, μην τα αποδίδεις απλώς στην «κούραση πριν τις διακοπές». Μια συζήτηση με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας ή ακόμη και με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεσαι μπορεί να λειτουργήσει ως το πρώτο βήμα πριν η εξουθένωση γίνει ο κανόνας.

Οι διακοπές δεν κάνουν reset

Υπάρχει μια προσδοκία που επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε καλοκαίρι: «Άντε να έρθει η άδεια και όλα θα φτιάξουν».

Είναι μια παρηγορητική σκέψη. Όχι όμως και ιδιαίτερα ρεαλιστική.

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία κατοχυρώνει την ετήσια άδεια ως δικαίωμα ανάπαυσης, όχι ως θεραπεία για τη χρόνια εργασιακή εξουθένωση. Και αυτό έχει σημασία. Αν το burnout είναι το αποτέλεσμα μηνών ανεπαρκώς διαχειρισμένου εργασιακού στρες, τότε δύο εβδομάδες μακριά από το γραφείο δύσκολα μπορούν να ανατρέψουν ό,τι χτιζόταν ολόκληρη τη χρονιά.

Οι διακοπές βοηθούν. Συχνά βοηθούν πολύ.

Δεν αλλάζουν όμως, από μόνες τους, τον τρόπο που δουλεύεις, τα όρια που βάζεις ή την κουλτούρα μέσα στην οποία εργάζεσαι.

Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί άνθρωποι νιώθουν καλύτερα τις πρώτες ημέρες της άδειας, μόνο και μόνο για να επιστρέψουν στο ίδιο γραφείο και να αισθανθούν την πίεση να επανέρχεται σχεδόν αμέσως. Δεν απέτυχαν οι διακοπές. Απλώς κλήθηκαν να λύσουν ένα πρόβλημα που δεν δημιουργήθηκε σε δύο εβδομάδες.

Ίσως, λοιπόν, το πιο χρήσιμο που μπορεί να κάνει κανείς πριν ετοιμάσει βαλίτσες δεν είναι να οργανώσει καλύτερα το ταξίδι του, αλλά να κάνει έναν σύντομο απολογισμό της χρονιάς που αφήνει πίσω.

Τι είναι αυτό που τον εξαντλεί πραγματικά; Ο όγκος της δουλειάς; Η συνεχής διαθεσιμότητα; Η δυσκολία να πει «όχι»; Ή μήπως η πεποίθηση ότι ένας καλός επαγγελματίας πρέπει να αντέχει τα πάντα χωρίς να ζητά βοήθεια;

Οι απαντήσεις δεν είναι ίδιες για όλους. Είναι όμως απαραίτητες.

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψεις τον Σεπτέμβριο λίγο πιο ξεκούραστος. Είναι να επιστρέψεις σε μια καθημερινότητα που δεν θα σε οδηγεί ξανά, με μαθηματική ακρίβεια, στο ίδιο σημείο λίγους μήνες αργότερα.